Ο γάμος ήταν και είναι ένα ευχάριστο γεγονός για όλο το χωριό, και λίγο πολύ συμμετείχαν όλοι, όπως συμμετείχαν και σε δυσάρεστα γεγονότα, γιατί όπως λέει μια παροιμία ‘για βρέχει σε όλο το χωριό για σε όλο είναι λιακάδα.

Ο γάμος ήταν μια διαδικασία που κρατούσε τέσσερες ημέρες. Άρχιζε την Πέμπτη το βράδυ που «έπιαναν τα προζύμια» το τι έπιαναν και πως το έπιαναν δεν ξέρω. Πάντως έχει κάτι να κάνει με το ζύμωμα των ψωμιών και γλυκών που ετοίμαζαν την επόμενη ημέρα. Δεν έπιαναν μόνο τα προζύμια έπιαναν και το χορό και τα τραγούδια. Δύο χοροί φυσικά. Ένας στο σπίτι του γαμπρού και ένας στο σπίτι της νύφης, αν και πολλές φορές οι δύο χοροί συγχωνεύονταν ιδίως όταν τα σπίτια ήταν κοντά. Η Παρασκευή ήταν για τα ζυμώματα και τα ψησίματα των ψωμιών και γλυκών, τραγουδώντας και χορεύοντας φυσικά. Το Σάββατο ήταν η ημέρα για την ετοιμασία των φαγητών. Των κρεάτων φυσικά. Το βράδυ ξεκινούσε με τραπέζι των καλεσμένων και στη συνέχεια χορός και τραγούδια. Κυριακή ήταν η ημέρα του γάμου. Οι γάμοι γινόταν τους καλοκαιρινούς μήνες, που οι βροχές σπανίζουν. Όλες οι τελετές ηταν υπαίθριες και μια βροχή θα ήταν ολέθρια. Εάν όμως έβρεχε την Κυριακή αυτό ήταν ευθύνη της νύφης , γιατί έτρωγε την τσίκνα από τσικνισμένο φαγητό. Εάν όμως έβρεχε κατά την διάρκεια της εβδομάδος τότε έφταιγε ο γαμπρός. Κι αυτό σύμφωνα με μια παροιμία που λέει‘‘ Όλη η βδομάδα του γαμπρού και η Κυριακή της νύφης’’. Οι διαδικασίες του γάμου άρχιζαν μετά την Λειτουργία. Κατ’ αρχή οι συμπέθεροι του γαμπρού πήγαιναν, με την συνοδεία των οργανοπαιχτών, να πάρουν τα προικιά. Τα προικιά ήταν βασικά η οικοσκευή για το καινούριο νοικοκυριό. Έπιπλα, στρωσίδια, κατσαρολικά, κλπ. Ιδιαίτερη σημασία έδιναν στα στρωσίδια. Τα έδεναν σε μπόγους και τα στόλιζαν με κορδέλες κλπ. Τα φόρτωναν σε στολισμένα μουλάρια και έκαναν τον γύρο του χωριού. Τα δε μικρότερα αντικείμενα τα μετέφεραν οι συμπέθεροι στα χέρια. Το μέγεθος της οικοσκευής εξαρτάτο από την οικονομική κατάσταση της οικογενείας της νύφης .Όλα αυτά με την συνοδεία κερασμάτων, μεζέδες κρασάκι και γλυκά , όλα ανάκατα. Μετά ξεκινούσε η πομπή από το σπίτι του γαμπρού να πάρουν τη νύφη από το δικό της σπίτι. Εδώ θα κάνουμε μια μικρή παρένθεση και θα αναφερθούμε σε μερικά από τα ήθη και έθιμα του γάμου στη Ρηχιά. Όλοι σχεδόν οι γάμοι γίνονταν με προξενιά Με τα προξενιά γίνονταν και μια συμφωνία για την προίκα της νύφης. Η προίκα εξαρτάτο από την οικονομική κατάσταση της οικογενείας και αποτελείτο από ακίνητα (χωράφια, σπίτια) γιδοπρόβατα και χρήματα. Τα προικοσύμφωνα ήταν σπάνια, εάν υπήρχαν. Για τους Ρηχιώτες ‘’ο λόγος μου είναι συμβόλαιο‘’ ίσχυε. Όπως ίσχυε και ‘’ότι πάρει η νύφη στα μπροστά, και ο γαμπρός στην πόρτα’’. Αυτό σήμαινε ότι το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό θα το κατέβαλε ο πεθερός στο γαμπρό στην πόρτα πριν ξεκινήσει η πορεία προς την εκκλησία. Υπήρξαν περιπτώσεις που ο γάμος αναβλήθηκε ή και ματαιώθηκε επειδή ο πεθερός δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα. Σπανιότατες οι περιπτώσεις αυτές αλλά υπήρξαν. Να σημειωθεί ότι μετά τον γάμο τα κορίτσια δεν είχαν άλλη απαίτηση στην πατρική περιουσία. Ήταν κάτι σαν ‘’μετά την απομάκρυνση από το ταμείο’’ Κλίνει η παρένθεση.

Πριν εισέλθει στο σπίτι ο γαμπρός έκοβε την γαμήλια κουλούρα στα τέσσερα και πέταγε ένα κομμάτι μέσα στο σπίτι και τα άλλα τρία έξω σταυρωτά. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβανόταν με τη νύφη όταν μετά την εκκλησία πήγαινε στο νέο της σπίτι. Για τα κομμάτια της κουλούρας γινόταν ένας μικρός αγώνας ποιός θα πιάσει το κομμάτι γιατί εκτός του ότι ήταν ένα ωραίο γλύκισμα, είχε και μία άλλη ιδιότητα. Εάν κάποιος ανύπαντρος το τοποθετούσε κάτω από το μαξιλάρι του, θα έβλεπε στον ύπνο του το μελλοντικό του ταίρι . Την ίδια ιδιότητα, αλλά με μεγαλύτερη σημασία αποδιδόταν και στα κουφέτα που τοποθετούσαν στο κουτί με τα στέφανα. Αυτά τα κουφέτα τα έπαιρνε συνήθως ο παπάς και τα μοίραζε στους ευνοούμενους του οι οποίοι με τη σειρά τους τα μοίραζαν στις ευνοούμενες τους. Έτυχε κάποτε την ημέρα του γάμου να έχει προηγηθεί και ένα μνημόσυνο. Μερικοί νεαροί πήραν κουφέτα από το μονόσημο τα ανακάτεψαν με τα κουφέτα ρου γάμου και τα μοίρασαν όπως συνήθως. Την άλλη μέρα ένα κοριτσόπουλο ακούστηκε να λέει ‘’Καλέ εγώ όλο πεθαμένους έβλεπα.’’ Λέτε να είχε καμιά σχέση το κουφέτο;

Το μεσημέρι στρωνόταν το γαμήλιο τραπέζι. Δυο γαμήλια τραπέζια. Ένα στο σπίτι του γαμπρού και ένα στο σπίτι της νύφης, χωρίς τη νύφη βέβαια. Μετά το φαγοπότι ξεκίναγε ο χορός . Σε κάποια αυλή συγκεντρωνόταν, όχι μόνο οι συμπέθεροι αλλά όλο το χωριό. Χόρευαν δε μέχρι να σκοτεινιάσει.

Κανόνες και εξαιρέσεις

Έχει αναφερθεί ότι οι γάμοι γίνονταν κατά κανόνα με προξενιά. Και αυτό επειδή οι νέοι δεν είχαν την ευκαιρία να γνωρισθούν πολύ περισσότερο δε να ερωτευθούν. Εκτός των άλλων οι παρέες των νέων ήταν κάτω από την επιτήρηση του κουτσομπολιού. Και καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα. Όταν μάλιστα επρόκειτο και για γειτονικά χωριά οι μελλόνυμφοι ελάχιστα γνωρίζονταν.  

Κατά κανόνα λοιπόν προξενιό. Αλλά όπως όλοι ξέρουμε όλοι οι κανόνες έχουν εξαιρέσεις και αυτός ο κανόνας δεν είναι εξαίρεση. Υπήρχαν περιπτώσεις που ενώ οι νέοι είχαν ερωτευθεί οι οικογένειες τους δεν συμφωνούσαν για πολλούς και διαφόρους λόγους. Τότε τα παιδιά έπαιρναν την κατάσταση στα χέρια τους. Εξαφανίζονταν για μερικές ημέρες, «είχαν κλεφτεί» όπως έλεγαν τότε, και εμφανίζονταν μετά από μερικές δηλώνοντας ότι είναι αντρόγυνο. Ο δρόμος προς την εκκλησία ήταν οχι  απλώς δεδομένος αλλά επιβεβλημένος.

Γιατί όπως λέει και η παροιμία « Θέλει η νύφη και ο γαμπρός, τύφλα νάχει ο πεθερός.» Τι γίνεται όμως εάν θέλει μόνο ο γαμπρός και κανένας άλλος?  Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο μπάρμπα Γιάννης Ο Φριντζίλας, που ειχε έλθει από τις Σπέτσες μόνος του και είχε εγκατασταθεί στα Καρίκια. Αυτά γύρω στα 1800. Ήταν ένας απόμακρος μοναχικός άνθρωπος που ζούσε από τη γη και το κοπαδάκι του. Ένας ξωμάχος δηλαδή.

 

Τα υφαντά , πριν χρησιμοποιηθούν χρειάζονται πλύσιμο. Το πλύσιμο το έκαναν με θαλάσσιο νερό. Τα έπλεναν στη θάλασσα να τα λευκάνουν οτιδήποτε σημαίνει αυτό. Αυτή η διαδικασία ήταν φυσικά δουλειά γυναικών. Κάποια μέρα είχαν πάει στη Βληχάδα για αυτή τη δουλειά μερικές γυναίκες από τα Πιστάματα, που ήταν τότε μετόχι της Κρεμαστής. Φαίνεται πως ο Μπάρμπα Γιάννης τις παρακολουθούσε και σε κάποια στιγμή κατεβαίνει στην παραλία τις πλησιάζει επιλέγει μια από τις γυναίκες και διατάζει.

 

« Εσύ θα μείνεις. Εσείς οι άλλες να φύγετε».

 

Έτσι ο μπάρμπα Γιάννης επέλεξε την σύντροφο του και έγινε Πατριάρχης των Φριτζιλαίων, οι οποίοι αυξήθηκαν,  πλήθυναν   και κατέκτησαν τα μισά Καρίκια , σχεδόν τα μισά Μπελεσέικα και ένα μικρό μέρος της Υφηλίου. Η ιστορία αυτή έλαβε χώρα πριν δύο αιώνες και μεταδίδεται από στόμα σε στόμα με τις σχετικές προσθαφαιρέσεις των ιστορούντων. Πόση δόση αλήθειας υπάρχει στην ιστορία αυτή? Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι είναι μια όμορφη ιστορία που πρέπει να την κρατάμε και να την μεταδίδουμε.

 

Πονηριές και κουτοπονηριές

 

Η αυτοσυντήρηση του ατόμου και η διαιώνιση του είδους είναι ο στόχος  όλων των έμβιων όντων. Η τροφή είναι καθημερινή ανάγκη και θα αποκτηθεί με κάθε δυνατό τρόπο, για όλες τις κατηγορίες των ειδών. Διαφορά όμως υπάρχει στην διαιώνιση του είδους. Και περιπλέκεται όσο ανεβαίνουμε στην εξελικτική κλίμακα των ειδών.  Στα ψάρια π.χ. δεν υπάρχει καμιά προστασία για τα εκκολαπτόμενα μικρά, ενώ στον άνθρωπο καταβάλλεται προσπάθεια και για τις επόμενες γενιές. Για πολλά έντομα που ζουν σε κοινότητες η ασφάλεια του συνόλου είναι ευθύνη όλων, oι μέλισσες πχ θυσιάζουν την ζωή τους στην προστασία της κυψέλης. Τα πτηνά και τα ερπετά υποστηρίζουν τα μικρά έως ότου αποκτήσουν την ικανότητα της αυτοσυντήρησης. Η περίπτωση των θηλαστικών περιπλέκεται. Ο θηλασμός επιβάλλει περιορισμούς. Τα μικρά είναι απόλυτα εξαρτημένα από τη μάνα για κάποιο διάστημα. Οι γονείς, κυρίως η μάνα προετοιμάζει εκπαιδεύει τα μικρά και αποφασίζει πότε είναι έτοιμα να αντιμετωπίσουν το περιβάλλον τους. 

Ο άνθρωπος είναι το πλέον εξελιγμένο είδος του ζωικού βασιλείου. Υπάρχουν δε πολλά υποείδη. Λαοί, Έθνη, Φυλές. Και φυσικά κάθε λαός έχει τους δικούς του κανόνες και νόμους. Τα βασικά ένστικτα πάντως παραμένουν, η επιβίωση του ατόμου και η διαιώνιση του είδους τα οποία φυσικά υπόκεινται  στα  ήθη, τα έθιμα και τον πολιτισμό του κάθε λαού. Η εξασφάλιση τροφής γίνεται με πολλούς τρόπους  όπως Συλλογή από αγρούς και δένδρα, καλλιέργειες, κυνήγι, κλοπή, αρπαγή, πόλεμος.

Η διαιώνιση είναι λιγάκι πιο περίπλοκη και αλλάζει διαχρονικά. Είναι λίγο πολύ γνωστή η εικόνα – γελοιογραφία του άγριου Άρρενος που με το ένα χέρι κρατάει το ρόπαλο και με το άλλο τραβάει από τα μαλλιά  το (πράγματι σε αυτήν την περίπτωση) ασθενές φύλλο). Η Ιστορία αναφέρει τις αρπαγές γυναικών από πειρατές και την πώληση τους στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Ιστορική είναι η αρπαγή των Σαβίνων γυναικών από τους Ρωμαίους. Σε μεταγενέστερες περισσότερο πολιτισμένες εποχές, το αναπαραγωγικό ζευγάρωμα γινόταν με διαπραγματεύσεις και συμφωνίες. Στις Χριστιανικές περιοχές, η οικογένεια της γυναίκας (νύφη) έδιδε μια αμοιβή στον άντρα (γαμπρό) τη λεγόμενη Προίκα. Στις μη Χριστιανικές χώρες, ιδιαίτερα στο Ισλάμ γινόταν ακριβώς το αντίθετο. Ο Γαμπρός έδιδε μια αμοιβή στην οικογένεια της νύφης. Ο άντρας μπορούσε να αγοράσει όσες γυναίκες ήθελε και άντεχαν οι τσέπες του. Ο αριθμός των γυναικών ήταν βαθμός καταξίωσης και ισχύος.

Τι ήταν  αυτή η Προίκα? Προίκα είναι μία αμοιβή να την πούμε? Που έδιδε η οικογένεια της νύφης  στον γαμπρό, και αποτελείτο από κινητές και ακίνητες αξίες. Από οικοσκευές, μικροποσά, κτηνοτροφικές μονάδες, μικρές ή και μεγάλες και εκτάσεις γαιών  από μικροχώραφα μέχρι ολόκληρες χώρες. Η κατάκτηση τέτοιων περιοχών γινόταν κυρίως με πολέμους, αλλά και με γάμους. Ήταν σύνηθες φεουδάρχες, πρίγκιπες, και Βασιλείς να παντρεύονται κυρίες με κυριαρχία επί εκτάσεων και τις οποίες εκτάσεις ενσωμάτωναν στην επικράτεια τους Ο γνωστότερος Αυτοκρατορικός οίκος στην Ευρώπη κατά τον 16ον, 17ον και 18ον αιώνα ήταν οι Αψβούργοι της Αυστρίας, των οποίων το μότο ήταν: «Bella gerant alii. Tu felix Austria   nube». Δηλαδή «Ας πολεμούν οι άλλοι. Εσύ ευτυχής Αυστρία Παντρέψου». Με αυτόν τον τρόπο οι Αψβούργοι παντρεύοντας πολύφερνες νύφες επέκτειναν την Αυτοκρατορία τους σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο θεσμός της προίκας ίσχυε και στο Βυζάντιο όπου υπήρχαν νόμοι που κάλυπταν το θέμα.

Οι Ρηχιώτες είναι φτωχοί άνθρωποι  που κύριο τους μέλημα  είναι να δημιουργήσουν οικογένεια και να την συντηρήσουν.  Η διαδικασία έχει αλλάξει δραστικά τα τελευταία χρόνια. Ενώ παλαιότερα η συντήρηση περιοριζόταν στην παροχή τροφής μέχρι την ηλικία που τα παιδιά θα είχαν την δυνατότητα (να) εξασφαλίσουν, σύμφωνα με την κρίση του αρχηγού) τς οικογενείας, την συντήρησή τους έπρεπε να αποχωρήσουν, όπως γίνεται άλλωστε και σε όλα τα ζώα. Να υπενθυμίσουμε εδώ τον μύθο της Αλεπούς του Αισώπου που αναφέρεται στην ενηλικίωση των μικρών «Στην πλαγιά ενός βουνού είναι μια οικογένεια αλεπούδων ξαπλωμένων. Μαμά και πέντε μικρά. «Τι κάνουμε εδώ Μαμά» «Ζεσταινόμαστε» ήταν η απάντηση. «Μαμά που είναι η φωτιά?» « Εκεί στην πλαγιά του απέναντι βουνού». Τότε ένα από τα μικρά σηκώνεται ξεφωνίζοντας. «Νερό ! Νερό! Γιατί με έκαψε μια σπίθα από τη φωτιά». «Ωραία εσύ αποφοίτησες. Πάρε τώρα δρόμο».

Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και οι Ρηχιώτες ζούσαν σε μια κοινωνία διεπομένη από ήθη, έθιμα και νόμους γραπτούς και άγραφους. Τα παιδιά δεν έπαιρναν απλώς το δρόμο τους. Έπαιρναν μαζί τους και μέρος από τα βάρη της οικογενείας είτε παραμένοντας (στον τόπο τους) και βοηθώντας τον πατέρα είτε μεταναστεύοντας και στέλνοντας βοήθεια από την ξενιτιά.

  Αυτό ίσχυε για τα παιδιά Τα κορίτσια ήταν πιο δύσκολη περίπτωση γιατί τα εφόδιά τους για την ζωή ήταν περιορισμένα. Οι ευκαιρίες των κοριτσιών στη Ρηχιά το περασμένο αιώνα ήταν από λίγες ως ανύπαρκτες. Η εκπαίδευση ήταν σχεδόν μηδενική π.χ. το 1908 στο δημοτικό σχολείο της Ρηχιάς φοιτούσαν περίπου είκοσι παιδιά και ένα κορίτσι.  Τα μόνα εφόδια για την αντιμετώπιση των αναγκών της ζωής των νεαρών κοριτσιών ήταν τα υλικά αγαθά που τους παρείχε η οικογένειά τους. Τα αγαθά αυτά ονομάζονταν προίκα. Είναι προφανές ότι οι πλούσιες οικογένειες μπορούσαν να δώσουν μεγαλύτερη προίκα και συνεπώς να προσελκύσουν και καλύτερους γαμπρούς. Η άγρα λοιπόν γαμπρού ήταν μόνιμη απασχόληση των κοριτσιών και της οικογενείας. Τα άπορα κορίτσια κινδύνευαν να μείνουν ανύπαντρα, γεγονός που ήταν στίγμα και για αυτές και για την οικογένειά τους Είναι γνωστό ότι «Πενία τέχνας κατεργάζεται» Για την απόκτηση του γαμπρού χρησιμοποιούνταν κόλπα και τεχνικές όχι και τόσο θεμιτές. Αυτά τα κόλπα ήταν λίγο πολύ αποδεχτά. Υπάρχει ένα τραγουδάκι που είναι ενδεικτικό της κοινωνικής ανοχής στο θέμα αυτό.

«Γιατί κυρά γιατί νερώνεις το κρασί                                                     

γιατί νερώνεις το κρασί και μαγκανίζεις στάρι?

Έχω κόρη παντρειάς  πρέπει να κάνω προίκα»

Εντάξει. Κλέβανε) λίγο τους πελάτες αλλά ο σκοπός ήταν ιερός. Πάντα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Να υπενθυμίσουμε ότι οι επαφές μεταξύ νέων ήταν σπάνιες. Τα μοναδικά σημεία συνάντησης ήταν τα τοπικά θρησκευτικά πανηγύρια. Εάν υπήρχε κάποιο ενδιαφέρον την σκυτάλη την έπαιρναν  οι προξενητές. Ήταν δηλαδή δυνατό, ύστερα από μια δυο  οπτικές επαφές να προκύψει γάμος. Το έθιμο κανόνας της περιοχής ήταν να παντρευτεί πρώτα η μεγάλη Κόρη ακολουθουμένη από την δεύτερη και ούτω καθεξής. Συχνά συνέβαινε η πρώτη κόρη για διάφορους λόγους να μην παντρεύεται. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το να μπλοκάρει τη ροή των εξελίξεων. Όπως βλέπετε η επετηρίδα δεν είναι εφεύρεση του δημοσίου. Υπήρχε στο αίμα των ελλήνων από παλιά. Έχει επίσης λεχθεί ότι ένας άλλος κανόνας των Ρηχεωτών ήταν το «Ο λόγος μου είναι συμβόλαιο». Και αυτός ο κανόνας είχε τις εξαιρέσεις του. Υπήρξαν περιπτώσεις που γίνονταν προξενιά για τις μικρότερες κόρες και είχαν δοθεί τα χέρια με τις σχετικές συμφωνίες για την προίκα κλπ. Στην εκκλησία όμως η νύφη που παρουσιάστηκε ήταν η μεγάλη αδελφή. Υπήρξαν γάμοι που ματαιώθηκαν αλλά υπήρξαν και περιπτώσεις που ο γάμος πραγματοποιήθηκε. Πόσοι? Δεν υπάρχουν φυσικά στατιστικά. Μια αληθινή ιστορία. Δύο αληθινές ιστορίες είναι οι εξής: Είχε γίνει ένα προξενιό για τον Ηλία Π. Λάγγη από την Ρηχιά και την Ελένη Δούκα από την Φρέγκρα  στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα. Όπως ήταν το έθιμο, ο υποψήφιος γαμπρός Ηλίας και το σόι του πήγαν στην Φρέγκρα για να επισημοποιήσουν το γεγονός. Κατά την διάρκεια (της) επίσκεψης τα σχετικά κεράσματα και γενικά την περιποίηση των συμπεθέρων την  έκανε όχι η μέλλουσα νύφη που ήταν το έθιμο, αλλά η μεγάλη της αδελφή. Όσο περνούσε η ώρα και η κατάσταση δεν άλλαζε, το σόι του γαμπρού άρχισε να αναρωτιέται με ματιές αρχικά, με νοήματα και ψιθύρους στη συνέχεια. Τότε σηκώθηκε ο μπάρμπα Λιάς και έκανε την ιστορική δήλωση: «Εάν το υποφαινόμενο πρόσωπο δεν παρουσιαστεί αμέσως, ο Ηλίας Λάγγης θα γίνει Ηλίας Λούης». Το «έγινε Λούης» σύμφωνα με την Ρηχειώτικη και όχι μόνο διάλεκτο, σημαίνει εξαφανίστηκε. Έγινε άφαντος και αναφέρεται φυσικά στον Μαραθωνοδρόμο Ολυμπιονίκη Σπύρο Λούη. Τελικά το υποφαινόμενο πρόσωπο παρουσιάστηκε και ο Ηλίας Λάγγης παρέμεινε Ηλίας Λάγγης και η Ελένη Δούκα έγινε Θειά Λιού και στην συνέχεια μάνα και γιαγιά με τον μπάρμπα Λιά δίπλα της.

 Η άλλη ιστορία είναι και η εξής: Ο μπάρμπα Παναγιώτης ο Πριφτάκης από τον Χάρακα έμεινε χήρος όταν η γυναίκα του πέθανε σε νεαρή ηλικία χωρίς να αποκτήσουν παιδιά. Ο μπάρμπα Παναγιώτης ήταν λογικό να βρει μια σύντροφο για την υπόλοιπη ζωή του. Οι προξενητές του πρότειναν μια γυναίκα από τα Νιάτα. Το συμπεθεριό προχώρησε κανονικά, τακτοποιήθηκαν οι λεπτομέρειες και ορίσθηκε η ημερομηνία του γάμου. Ετοιμάσθηκαν οι συμπέθεροι από τον Χάρακα, πήραν τα στολισμένα μουλάρια και πήγαν στα Νιάτα. Εκεί όμως η νύφη που τους περίμενε δεν ήταν η γυναίκα που είχαν συμφωνήσει. Έγινε ένα σούσουρο και διαβουλεύσεις και σχεδόν όλοι συμφώνησαν να φύγουν. Ο μπάρμπα Παναγιώτης είχε διαφορετική γνώμη και την ανακοίνωσε «Και αυτή καλή είναι, λέω να την πάρουμε. Ήρθαμε που ήρθαμε να μην φύγουμε και με άδεια χέρια».  Και δεν έφυγαν με άδεια χέρια. 

  Αν και ο Μπάρμπα Παναγιώτης και η θεία Αναστασία δεν συνέβαλαν στη διαιώνιση του είδους (δεν απέκτησαν παιδιά) έζησαν μαζί μέχρι τα βαθειά γεράματα.

Οι πονηριές, κουτοπονηριές και μικροαπάτες είχαν τον υπέρτατο ιερό και άγιο σκοπό.  Την διαιώνιση του είδους. Επομένως δεν κατακρίνονται