Το καφενείο είναι ως γνωστό κέντρο ψυχαγωγίας για τους άνδρες, οι λιακοί και οι αυλές είναι για τις γυναίκες. Εκεί μαζεύονται με τις ρόκες τους και τα κεντήματά τους και τα λοιπά χειροτεχνήματα τους και ανταλλάσουν τις πληροφορίες τους για τα συμβαίνοντα και μη ανά την επικράτεια του χωριού και όχι μόνο. Εδώ θα γίνει μια μικρή παρένθεση για να γίνει σαφές η συνέχεια. Το χωριό ήταν φτωχό και οι νέοι έφευγαν μετανάστες, κυρίως στην Αμερική αλλά αργότερα και στο εσωτερικό. Αυτοί οι νέοι επέστρεφαν στο χωριό για να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Δεν είναι μόνο η Καρέτα – Καρέτα που επιστρέφει στον τόπο της γέννησης για αναπαραγωγή. Ήταν και οι Ρηχιώτες. Η επιστροφή αυτή ήταν ένα από τα σοβαρά θέματα της αυλής. Η ακόλουθη συνομιλία με την θειά Κώσταινα την Ντούρενα είναι μια ένδειξη της κατάστασης.

Ντούρενα.

- Καλά που ήσαστε και σεις και μας περνάει η ώρα.

Εγώ. Πως;...

Ντ. Να μόλις ακούσουμε ότι ερχόσαστε πιάνουμε δουλειά. Πριν ακόμη μπείτε στο αεροπλάνο έχουμε καταστρώσει όλα τα σχέδια. Η καθεμιά το δικό της. Και έτσι αρχίζει το παζάρι μεταξύ μας «ο Γιώργος να πάρει Μαρία».

- Γιατί να πάρει την Μαρία;»

- «Αμ ποια να πάρει;»

- «Να πάρει την Αγγελικό»

- «Γιατί να πάρει την Αγγελικό; Να πάρει τη Γιώτα.»

- « Γιατί να πάρει τη Γιώτα; γιατί την Αγγελικό να τη πάρει ο Παύλος».

- « Όχι ο Παύλος να πάρει τη Κατερίνα»

- «όχι να μην πάρει την Κατερίνα να πάρει την Ελένη, την Κατερίνα να την πάρει ο Πέτρος»

Ε. Μα καλά αυτά δεν είναι συνοικέσια, είναι η κολοκυθιά.

Ντ. Μοιάζει με κολοκυθιά αλλά έχει πιο γούστο.

Ε. Καλά και πότε τελειώνει αυτή η ιστορία;

Ντ. Όταν φεύγετε. Τότε γυρίζουμε στα δικά μας

Ε. Δηλαδή τους θάβετε όλους;

Ντ. Όχι. Μόνο αυτές που λείπουν. Αλλά μη σε νοιάζει Έχουμε πολλά να κουβεντιάζουμε, μόνο που τα προξενιά έχουν πιο γούστο.

Ο διάλογος έγινε έτσι. Εάν δεν έγινε έτσι ακριβώς κάπως έτσι πάντως. Μόνο τα ονόματα έχουν αλλάξει