Από την Αγορά του Περικλή μέχρι τα Μαγαζιά της Ρηχιάς η απόσταση είναι ασήμαντη. Μαγαζιά είναι η περιοχή γύρω από τον κυκλικό δρόμο και επί του οποίου υπήρχαν τα καταστήματα. Εμπορομπακαλοταβέρνες και καφενεία. Τα μαγαζιά της Ρηχιάς λειτουργούσαν όπως και η Αγορά του Περικλή. Εδώ συγκεντρώνονταν, οι Ρηχιώτες, όταν το επέτρεπαν οι αγροτικές τους ασχολίες να πιούν ένα κρασάκι, έναν καφέ ένα φασκόμηλο η απλώς να καθίσουν σε κάποια από τις λιγοστές καρέκλες αλλά κυρίως στα χτίρια και να συμμετάσχουν ενεργητικά η παθητικά στα δρώμενα. Τα καφενεία στις αρχές του περασμένου αιώνα σέρβιραν τα παραδοσιακά Ρηχιώτικα αφεψήματα. Φασκόμηλο, χαμομήλι, τσάι του βουνού έτσι για να συνοδεύουν τον ναργιλέ. Ο καφετζής Κολισταύρος  (Νίκος Σταυρόπουλος ) στην προσπάθεια του να εκσυγχρονίσει τον καφενέ του λανσάρισε ένα καινούργιο προϊόν που το λέγανε καφέ. Όπως ήταν φυσικό το γεγονός συζητήθηκε ευρέως ανά την Ρηχιώτικη και όχι μόνο επικράτεια. Από το Τζίρο, τα Νήπια, τα Κλείσματα, τα Πακόγια και τα Καρίκια. Αλλά και στον υπόλοιπο Ζάρακα. Όπως ηταν φυσικό, δημιουργήθηκε μια περιέργεια για το καινούργιο τούτο πράμα.  Χαρακτηριστική ιστορία είναι και η εξής. Στα Καρίκια ο μπάρμπα Γιωργάκης Φριντζίλας και ο συμπέθερος του μπάρμπα Παυλές Φριντζιλας συζητούσαν για αυτό το καινούργιο πράμα που έφερε ο Κόλιας. Η συζήτηση πήγε κάπως έτσι.

 «Ρε Γιώργη τι είναι τι είναι τούτο το καινούργιο πράμα που μας έφερε εκείνος  ο Κόλιας και το πίνουνε όλοι?»

«Δεν ξέρω αλλά λέω όταν θα πάμε κάτου να το δοκιμάσουμε.»

Γυρίζοντας από τα Καρίκια και πριν πάνε στα Μπελεσέικα, σταματήσανε στου Κόλια και παραγγείλανε το καινούργιο πράμα. Όταν ο μπάρμπα Κόλιας τους έφερε τους καφέδες παραξενευτήκαν γιατί  αντί για ποτήρι που ήταν συνηθισμένοι, τους   έφερε κάτι φλιτζανάκια.  Παίρνουν λοιπόν τα φλιτζάνια τα τσουγκρίζουν όπως τσουγκρίζουν τα ποτήρια.

«Σιντέτ»

«Σιντέτ τι κέμι»  Οι άνθρωποι, βλέπετε,  ήταν αρβανιτόφωνοι  και μιλούσαν αρβανίτικα.

Και κατεβάζουν το πράμα μονορούφι. Και φυσικά κάηκαν.

«Ρε Κόλια τι ήτανα τούτο. Μας ζεμάτισες». 

Δεν είναι γνωστό εάν στη συνέχεια τα συμπεθεράκια έγιναν οπαδοί του καινούργιου πράγματος. Ο καφές πάντως είχε καθιερωθεί.

Εδώ συζητείτο το Βαλκανικό, Μεσανατολικό, Ρωσοτουρκικό το Αλβανικό. Εδώ ανέβαιναν υπουργοί, κατέβαιναν Πρωθυπουργοί και χόρευαν στο ταψί οι τοπικοί βουλευτές και τοπικοί άρχοντες. Οι Ρηχιώτες των μαγαζιών, όπως όλοι οι αραχτέλληνες των καφενέδων είχαν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και προτιμήσεις χωρίς, σχεδόν πάντα, να ξέρουν γιατί . Ήταν πάντα χωρισμένοι σε δύο κόμματα. Δεν έχει σημασία το όνομα του κόμματος, ήταν όμως πάντα δύο. Υπήρχαν οι φανατικοί υποστηρικτές και επικριτές των παρατάξεων. Όχι κομμάτων, Ατόμων. Στις αρχές του περασμένου αιώνα εντελώς πληροφοριακά και χωρίς καμιάς άλλης σημασίας, δύο οικογένειες κυριαρχούσαν στο Ζάρακα. Οι Γραμματικαίοι και οι Παπαμιχαλόπουλοι. Είναι βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία δεν ήξεραν γιατί υποστήριζαν φανατικά τον έναν ή τον άλλον εκτός του ότι ήταν εξαρτώμενοι από τον τοπικό κομματάρχη. Τον πολιτικό είναιαμφίβολοαν τον είχαν δει ποτέ η τον είχαν ακούσει πολύ δε περισσότερο να ήξεραν τις απόψεις του εάν είχε. Αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε στις Μαγαζιεύσεις τους να υμνούν, παιανίζουν, και να λιβανίζουν τον δικό τους, ενώ κατακεραύνωναν και έστελναν στα τάρταρα τον ¨Οχτρό¨. Μερικοί έπαιρναν τα πράγματα στα σοβαρά ενώ άλλοι το έριχναν και στην πλάκα. Η πλάκα, το καλαμπούρι και η καζούρα ήταν οι βασικοί άξονες διασκέδασης της Καφενοπαρέας.   Ένας, από τους "σοβαρούς", φανατικός οπαδός ρήτορας ήταν και ο Μπάρμπα Γιάννης (θα τον πούμε μπάρμπα Γιάννη γιατί το πραγματικό του όνομα μου διαφεύγει. Η ιστορία πάντως είναι αληθινή ή για αληθινή πάντως μου την διηγήθηκαν), που υποστήριζε τον ….....(ούτε και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία) , τον οποίο, φυσικά, ο Μπάρμπα Γιάννης είναι ζήτημα αν τον είχε συναντήσει έστω και μία φορά. Σε κάποια από τις μαγαζοσυγκεντρώσεις αποφασίστηκε να κάνουν μια πλακίτσα στο Μπάρμπα Γιάννη. Του λένε ¨μπάρμπα Γιάννη θα σου δώσουμε είκοσι δραχμές αλλά δεν θα μιλήσεις καθόλου πολιτικά όλη την ημέρα . Θα μείνεις εδώ δεν θα φύγεις αλλά δεν θα μιλάς. Εντάξει? ¨ ¨Ρε δώστε μου εμένα ένα εικοσάρικο και δεν θα βγάνω τσιμουδιά¨ Παίρνει λοιπόν το εικοσάρικο και αμέσως μετά άρχισε η ομαδική και οργανωμένη επίθεση στον αγαπητό του Μπάρμπα Γιάννη ο οποίος άρχισε να κάθετε σε αναμμένα κάρβουνα περικυκλωμένος από φλόγες, φίδια και ότι άλλο. Το μαρτύριο όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί ο Μπάρμπα Γιάννης Σηκώθηκε βγάζει από την τσέπη το εικοσάρικο και τους το πετάει στα πόδια.¨ πάρτε το ρε γιατί εγώ θα μιλήσω ¨ .. και μίλησε… και μίλησε … και μίλησε. Αυτή ήταν μια από τις μορφές ψυχαγωγίας στα Μαγαζιά.

Όπως σε όλους τους καφενέδες όχι μόνο της επικράτειας αλλά και της διασποράς, η κύρια απασχόληση είναι τα χαρτιά και το τάβλι. Οι θασιώτες του ταβλιού ήταν λίγοι. Η συντριπτική πλειοψηφία ήταν οι χαρτοπαίχτες. Δεν υπήρχε τζόγος. Απλώς έπαιζαν τα κεράσματα. Η καφενειακή Κοινωνία είχε τέσσερες Βαθμίδες.

Α) Οι πληβείοι. - Αυτοί που έπαιζαν κολιτσίνα και ξερή.

Β) Οι Μικροαστοί. - Αυτοί που έπαιζαν ρούμι, τζιν ραμί

Γ) Οι Αστοί. - Αυτοί που έπαιζαν κούπες, Πινάκλι

Δ) Η Αριστοκρατία. - Αυτοί που έπαιζαν Πρέφα

Οι Πρεφαδόροι έχαιραν τιμής και σεβασμού στην κοινωνία του καφενείου. Ήταν οι Ύπατοι, Οι Πρίγκιπες, Καρδινάλιοι, οι Μανδαρίνοι, οι «Μέριασε κόσμε να διαβώ».

Τα παιχνίδια στο καφενείο δεν ήταν διασκέδαση μόνο για τους παίχτες, υπήρχαν και οι θεατές. Οι θεατές άλλοι καθιστοί, άλλοι όρθιοι, μαζεύονταν γύρω από το τραπέζι του παιχνιδιού και παρακολουθούσαν τα δρώμενα. Δεν παρακολουθούσαν απλώς, ελάμβαναν μέρος και στην κριτική που ακολουθούσε κάποιο αμφισβητούμενο παίξιμο. Και ήταν πολλά. Και φυσικά γίνονταν και λάθη. Τότε άρχιζε το πανηγύρι ¨έτσι ρε παίζουν πρέφα? Που το έμαθες αυτό το παίξιμο¨. ¨ρε παίχτη έχεις τον τζογαδόρο στη μέση και τραβάς άσο και κάνει μπάζα το δίφυλλο Ρήγα και βγαίνει, ενώ εάν είχες τραβήξει ένα λιμόσπαθο θα τον βάνατε μέσα σόλον¨. Οι γνώμες βέβαια ήταν πολλές τόσες όσες και οι παριστάμενοι.

Και φυσικά εκφράζονταν ελευθέρως ¨καρό¨. ¨Όχι κούπα. ¨Λιμό ¨. ¨Άσο¨ κλπ. κλπ. κλπ. Και καθώς συνεχίζονταν αλληλοαντιρρήσεις, άρχιζαν να ζητούνται από τους αντιρρησίες, που ήταν όλοι φυσικά, τα διαπιστευτήρια που τους έδιναν το δικαίωμα να μιλούν. ¨Εσύ μιλάς τι. ξέρεις εσύ από Πρέφα?¨ ¨Εγώ ρε? Εγώ έχω παίξει Πρέφα στην Προύσα¨. Το υπέρτατο διαπιστευτήριο. Εγώ έχω παίξει Πρέφα στην Προύσα. Αυτός ήταν ο ισχυρισμός των Ρηχεωτών Πρεφαδόρων. Πρέφα στην Προύσα. Φυσικά κανείς δεν είχε πατήσει το πόδι του εκεί. Και αμφιβάλλω εάν ήξεραν προς τα πού πέφτει. Πάντως το πτυχίο της Προύσας ήταν αναμφισβήτητο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Πρέφα είναι ένα πολύπλοκο δύσκολο παιχνίδι. Παίζεται με τριάντα δύο χαρτιά από τρεις βασικά παίχτες. Παίζεται και με τέσσερεις αλλά ο τέταρτος μένει εναλλάξ έξω. Αν και μπορούν να παιχτούν και χρήματα δεν είναι παιχνίδι τζόγου. Είναι ένα παιχνίδι δύσκολο να το μάθεις και ακόμα δυσκολότερο να το παίξεις. Αν και έχω κατά καιρούς καταβάλει προσπάθειες να ΜΑΘΩ πρέφα δεν κατόρθωσα ποτέ να χάσω ένα παιχνίδι αξιοπρεπώς. Ίσως επειδή δεν πήγα ποτέ στην Προύσα.

Το καφενείο εκτός από τα χαρτιά το τάβλι και την πολιτικολογία ήταν και κέντρο γενικής ψυχαγωγίας.

 Εκεί οι άντρες , οι γυναίκες είχαν τα δικά τους στέκια στα σπίτια και τις αυλές, αραγμένοι στις λιγοστές καρέκλες, αλλά κυρίως στα χτίρια, έλεγαν διάφορες ιστορίες πραγματικές ή φανταστικές από τους Βαλκανικούς πολέμους ή την μικρασιατική εκστρατεία καθώς επίσης και ιστορίες της Αμερικής.

Αλλά οι ιστορίες που ετύγχαναν μεγίστης ακροαματικότητας ήταν οι δημιουργίες φαντασίας ορισμένων μυθοπλαστών. Ο κύριος μυθοπλάστης τερατολόγος ήταν ο μπάρμπα Μήτσιος ο Μοίρας. Οι ιστορίες του Μπάρμπα Μήτσιου, εάν είχαν καταγραφεί θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σήμερα από το Χόλυγουντ στην δημιουργία σεναρίων αμέτρητων ταινιών κινουμένων σχεδίων.

Στις απείρου φαντασίας ιστορίες του ο μπάρμπα Μητσιος για τους αμφισβητίες που πάντοτε παρέμβαιναν για να αναγκάσουν τον μπάρμπα Μήτσιο να προσθέσει λίγο αλατοπίπερο στην ιστορία, είχε πάντοτε μάρτυρες. ¨Δεν με πιστεύεις? Να ρώτα και τον μακαρίτη το Μιχάλη. Αλλά έχει πεθάνει¨.

Κατά κάποιον περίεργο τρόπο όλοι οι μάρτυρες του μπάρμπα Μήτσιου είχαν πεθάνει.

Όπως έχουμε πει οι ιστορίες του μπάρμπα Μήτσιου ήταν αμέτρητες αναφέρω απλώς μία επειδή θεωρείτε κατά κάποιον τρόπο κλασική. Εποχή αμέσως μετά την Κατοχή. Η ομαλότητα δεν έχει ακόμη αποκατασταθεί και για την καταπολέμηση της πείνας, το χωριό λαμβάνει την αμερικανική βοήθεια, η οποία παρέχεται από τον οργανισμό Ούνρα (UNRRA United Nations Relief and Rehabilitation Agency). Η βοήθεια συνίστατο βασικά σε τρόφιμα και κυρίως κονσέρβες. Η ιστορία έχει ως εξής. Έρχεται ο μπάρμπα Μήτσιος, βολεύεται στο χτίρι ανάμεσα στην χτιροπαρέα και αρχίζει.

¨Τι να σας πω, αυτό που έγινε χθες το βράδυ δεν θα το πιστέψετε.¨ Έτσι άρχιζε πάντοτε η ιστορία. Προειδοποιούσε το κοινό ότι αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι λιγάκι περίεργο. Λοιπόν που λέτε. Χθες το βράδυ κάτσαμε να φάμε, και ανοίξαμε ένα καλαμάρι. Μόλις το ανοίξαμε και βγάλαμε το καπάκι, πετιέται από το κουτί ένα ζωντανό καλαμάρι ..μεγάλο. Βγαίνει λοιπόν από το κουτί, πηδάει στο τραπέζι και μετά με ένα σάλτο πηδάει στο πάτωμα και άρχισε να τρέχει.¨ Ρε Μήτσιο το καλαμάρι δεν έχει πόδια , πως έτρεχε?¨ ¨Με τα μουστάκια. Το άτιμο το κερατένιο τα έκαμε πόδια και να το βλέπατε τι γρήγορα που έτρεχε. Πηδάει και ο Πιτσιρίκος, αρπάζει τη σκούπα και αρχίζει να το κυνηγάει. Τρέχει κάτω από το κρεβάτι, αποπίσω ο πιτσιρίκος με τη σκούπα. Τρέχει πίσω από την κασέλα, αποπίσω ο πιτσιρίκος με τη σκούπα γυρίζει πάλι στο τραπέζι, αποπίσω ο πιτσιρίκος με τη σκούπα. Σηκωθήκαμε και οι μεγάλοι το στριμώξαμε στη γωνιά, του δίνω μια με τη μαγκούρα και το σκοτώσαμε το άτιμο το κερατένιο.¨ ¨Ρε Μητσιο τι μας λες. Ζωντανό καλαμάρι στη κονσέρβα?¨ ¨Ολοζώντανο! Εφτά χρόνια ήταν εκεί μέσα. Φαίνετε όταν τα πιάσανε και τα βάνανε στο κουτί, έκανε το ψόφιο και μπήκε στο κουτί ζωντανό. Τότε άρχισε σιγά σιγά να τρώει τα ψόφια και δυνάμωνε. Όταν ανοίξαμε το κουτί τα είχε φάει όλα και περίμενε, λες και ήξερε ότι θα ανοίξει το κουτί. Ξεπετάχτηκε που λέτε και ήταν καρδαμωμένο και ξεκούραστο. Για αυτό δεν μπορούσε να το φτάσει ο Πιτσιρίκος με τη σκούπα.¨ ¨Α ρε Μήτσιο εφτά χρόνια στο κουτί γίνεται?¨ ¨Αφού έγινε Δεν το πιστεύεται? Τι ψέματα θα σας πω?¨. Με το ψέματα θα σας πω τελείωναν πάντα οι ιστορίες του μπάρμπα Μητσιομοίρα.

Εκτός του Μητσιομοίρα υπήρχε και κάποιος άλλος. Ο μπάρμπα Γιώργης ο Κούτσουρος (Κόκκορης). Καλός φίλος του μπάρμπα Μήτσιου. Ο οποίος όμως ήταν περισσότερο τερατολόγος και λιγότερο μυθοπλάστης. Και οπωσδήποτε όχι στο επίπεδο του μπάρμπα Μητσιου. Αρκετές φορές στις μαγαζοπαρέες έρχονταν σε μικροσυγκρούσεις. Μία περίπτωση, όπως μου την διηγήθηκαν είναι και η εξής.

¨Είχα πάει στην Απιδιά για κάτι δουλειές και να δω και κείνους τους συγγενείς που έχουμε εκεί. Όταν μπήκα στο χωριό, βλέπω κόσμο μαζεμένο. Καμιά δεκαριά άτομα. Ζύγωσα κοντά και τι βλέπω. Μία πλάστιγγα και ένα κολοκύθι. Αλλά τι κολοκύθι.. μεγάλο. Τρείς τέσσερις άντρες το πιάνουν από δω το πιάνουν από κει και το βάνουνε στην πλάστιγγα και το ζυγίσανε. Πόσο λέτε ότι ήτανε? πενήντα οκάδες.¨

¨Μπάρμπα Μήτσιο πενήντα οκάδες κολοκύθι δεν γίνεται¨

¨Γίνεται, γίνεται. Φαίνεται ο σπόρος είχε πέσει σε κοπριά και με μπόλικο νερό μεγάλωσε .¨

¨Ναι αλλά πενήντα οκάδες?¨

¨Πενήντα οκάδες. αφού το είδα τι ψέματα θα σας πω?¨

Το λόγο παίρνει ο μπάρμπα Γιώργης ο Κούτσουρος

¨Μια και μιλάμε για την Απιδιά να σας πω τι είδα εγώ στο Βλαχιώτη. Με είχε στείλει ο Μπήκος να πάω στη Σκάλα σε κάτι συγγενείς που έχει εκεί. Παίρνω τα γαϊδούρια και καμιά τριανταριά οκάδες μέλι. Εκεί αλλάζαμε το μέλι με αραποσίτι, ρύζι και διάφορα άλλα που τα φόρτωνα στα γαϊδούρια και τα έφερνα πίσω. Όταν έφτασα που λέτε στο Βλαχιώτη. Εκεί δίπλα στο δρόμο βλέπω πέντε γύφτους (σιδεράδες) με τα εργαλεία τους και φτιάνανε ένα τηγάνι. Αλλά μεγάλο τηγάνι πολύ μεγάλο να σαν το αλώνι του Ζαμούρα¨

Μ.Μ. Α! ρε Γιώργη τόσο μεγάλο τηγάνι τι να το κάνουνε?¨

Μ.Γ. Να τηγανίσουνε το κολοκύθι σου Μήτσιο.

Αυτό ήταν ένα από τα λίγα που είχε κερδίσει ο μπάρμπα Γιώργης. Ο μπάρμπα Μήτσιος ήταν διά βίου πρωταθλητής

Με αυτά και άλλα κυλούσε η παλιοζωή στα χτίρια

Μέχρι τώρα αναφερθήκαμε στην καθημερινότητα του Καφενείου. Αυτά που συνέβαιναν σε καθημερινή βάση. Κατά καιρούς όμως στα καφενεία γίνονταν και μερικές άλλες εκδηλώσεις έτσι για να σπάσει η ρουτίνα.

Μια από αυτές τις «εκδηλώσεις» που άφησε εποχή είναι και η εξής. Κάποια μέρα, χειμωνιάτικη υποθέτω, που οι πόρτες ήταν κλειστές για να κρατήσουν έξω το κρύο, και την ανία και βαριεστιμάρα στο κόκκινο, με τα πολιτικά θέματα λυμένα τα πειράγματα άρχισαν να περιστρέφονται γύρω από το σεξ και σεξουαλικές επιδόσεις, κάποιος έριξε την ιδέα να κάνουν ένα διαγωνισμό και να μετρήσουν τα πουλιά τους. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τους κανόνες αυτού του διαγωνισμού ακριβώς. Υποθέτω ότι θα επέλεξαν κάποια ελλανόδικο επιτροπή που θα όρισε τους κανόνες. Τα πρακτικά δεν ήταν γραπτά και επομένως οι λεπτομέρειες των διαδικασιών δεν διασώθηκαν Οι ενδιαφερόμενοι πάντως διαγωνίστηκαν σε δύο κατηγορίες. Μήκος και διάμετρος. . Οι νικητές απέκτησαν ένα επιπρόσθετο παρατσούκλι. Ο Βάθος και ο Φάρδος. Στα δια λόγου πρακτικά αναφέρονται μόνο τα ονόματα των νικητών. Δεν αναφέρεται το έπαθλο. Το αυτονόητο έπαθλο θα ήταν μία ελευθέρας στο τοπικό Πορνείο, άλλα δεν έχει καταγραφεί η ύπαρξη τέτοιου ιδρύματος, επισήμου τουλάχιστον, εκείνη την εποχή στο Ζάρακα. Ούτε και στην ευρύτερη περιοχή. Η ιστορία είναι αληθινή. Τα ονόματα του Βάθους και του Φάρδους δεν εξυπηρετούν καμία σκοπιμότητα να αναφερθούν.

Ένα άλλο παιχνίδι, της οικογενείας της Πρέφας ήταν το Πικέτο. Παίζεται με 32 χαρτιά από δυο παίχτες. Υποτίθεται ότι ακόμα δυσκολότερο της Πρέφας. Ελάχιστοι έπαιζαν Πικέτο. Τακτικό ζευγάρι ήταν ο μπάρμπα Γιάννης Ο Αλεξάκης και ο μπάρμπα Γιάννης ο Παπαγεωργίου, Διακεκριμένοι πρεφαδόροι και οι δύο.