Ταβέρνες και Κρασοπουλειά

Οι ταβέρνες της Ρηχιάς ήταν τριών κατηγοριών. Τα κρασοπουλειά, εξοπλισμένες με μια γκαζιέρα (ένα μαγκάλι παλαιότερα) ένα τηγάνι και μερικές καρέκλες. Οι μπακαλοταβέρνες που διέθεταν επιπλέον μια ζυγαριά, μια σέσουλα και μερικά σακιά με όσπρια, ρύζι τα σχετικά ζυμαρικά, ρέγκες, μπακαλιάρους, σαρδέλες κλπ. Τελικά ήταν οι εμπορομπακαλοχασαποταβέρνες. Εδώ έβρισκες ότι χρειάζεται μια οικογένεια στο χωριό. Και φυσικά υπήρχε το κρασί. Το κρασί φυσικά ντόπιο. Είχε και έχει ακόμη ένα ροσέ προς το κεραμιδί χρώμα. Είναι ένα χαρμάνι που δημιουργείται από δεκαπέντε περίπου ποικιλίες σταφυλιών, λευκά και κόκκινα. Λεπτομέρειες για το κρασί στο κεφάλαιο για τα Ρηχιώτικα προϊόντα.

Οι ταβέρνες ήταν ανδροκρατούμενες περιοχές. Οι θαμώνες, τις καθημερινές, τους ήταν λιγότεροι από αυτούς των καφενείων. Μια δυό παρεούλες πίνουν κάνα ποτηράκι, ξεροσφύρι τις περισσότερες φορές. Τις Κυριακές και τις Γιορτές έχουμε και τους παραδοσιακούς μεζέδες. Η Ρηχιά έχει δύο σπεσιαλιτέ. Αρνί στη σούβλα στο φούρνο. Έτσι ακριβώς στη σούβλα και στο Φούρνο. Και γίδα βραστή. Να προσθέσουμε το Λιμπί (σπληνάντερο) και τις τηγανητές συκωταριές για να κλείσουμε το μενού. Κίνηση οι ταβέρνες είχαν τις Κυριακές. Μετά την Λειτουργία οι άνδρες σταματούσαν, έπιναν ένα ποτηράκι, έτρωγαν κάνα κοψιδάκι, και μετά πήγαιναν σπίτι τους για το φαγητό με την οικογένεια. Τα βράδια τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά. Τα κοψιδάκια ήταν λίγο περισσότερα, τα ποτηράκια πολύ περισσότερα και το κέφι πολύ ψηλότερο. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι πιο μερακλήδες το έριχναν και στο τραγούδι.

 Στη Ρηχιά δεν υπήρχε και εξακολουθεί να μην υπάρχει Πλατεία. Αυτό που ονόμαζαν Μαγαζιά ή Αγορά ήταν ένας κυκλικός δρόμος. Κατά μήκος αυτού του δρόμου υπήρχαν διαπλατύνσεις σχηματίζοντας πλατειούλες, που όμως ήταν και είναι ιδιωτικές αυλές. Αυτές οι αυλές χρησιμοποιούταν και χρησιμοποιούνται από τα μαγαζιά.

 Να αναφέρουμε μερικά από τα μαγαζιά.

Τα παλαιότερα ήταν το Μαγαζί του Τζίβα και τού Λαζαράκη και του Παπαγεωργίου που στεγαζόταν στο σπίτι του Γιαλά το οποίον έκαψαν οι Γερμανοί κατά τον πόλεμο. Κατά σειρά υπήρξαν του Μακρύγιαννη (Ιωάννης. Π. Δρίβας} ο οποίος μετανάστευσε στην Αμερική, του Λεωνίδα Μοίρα που και αυτός μετανάστευσε στην Αμερική, όπως έκανε και ο Τάσης ο Λαζαράκης και τελευταίο στη σειρά ήταν του Λέτσιου. Υπήρξαν κατά καιρούς πολλά Καφενεία. Το πρώτο πρέπει να ήταν το Καφενείο του Μπέη. Ιδρύθηκε από Ι. Παπαγεωργίου, από πολύ παλιά και διακόπηκε η λειτουργία του προ διετίας. Το άλλο Καφενείο ήταν του Κόλια ( Νίκος Σταυρόπουλος) Μετονομάστηκε Καφενείο του Σταύρου (γιός του Νίκου) ακολούθησαν μερικοί άλλοι καφετζήδες .Τα τελευταία χρόνια έγινε Καφενείο του Νίκου (Νίκος Λάγγης). Ταβέρνες έχουν μείνει δύο. Ο «Βαγγέλης» (Βαγγέλης Παράσχας) και ο «Χρήστος» (Χρήστος Λάγγης»

Το "Παντοπωλείον η Ελπίς" ιδρύθηκε το 1924 από τον Ευάγγελο Κ. Δρίβα. Λειτούργησε σαν εμπορομπακαλοχασαποταβέρνα. Ηταν το εμπορικό κέντρο του Ζάρακος. Η σημερινή νεολαία θα το αποκαλούσε Το Mall. Τότε το λέγαμε απλώς Το μαγαζί του Τζίβα Ήταν μια οικογενειακή επιχείρηση Ο μπάρμπα Βαγγέλης είχε την γενική οργάνωση και επίβλεψη. Η θειά Μαρία φρόντιζε τους νόστιμους μεζέδες και τα παιδιά εξυπηρετούσαν τους πελάτες. Η διεξαγωγή όλων αυτών των δραστηριοτήτων σε έναν μικρό χώρο οφείλετο στην οργανωτικότητα του Μπάρμπα Βαγγέλη που ήταν συγχρόνως Μελισσοκόμος και Αμπελουργός. Η εσωτερική διαρρύθμιση ήταν παράδειγμα προς μίμηση. Ο γκισές ένα έργο τέχνης που αντιγράφεται από μαγαζιά της περιοχής. Ο Μπάρμπα Βαγγέλης μας άφησε το 1983.Η Θειά Μαρία το κράτησε έως το 1993. Από τότε και μέχρι τον Αύγουστο 2012 που έφυγε πλήρης ημερών φρόντιζε να μην ξεθωριάζει η ταμπέλα για να θυμίζει σε πολλούς από μας τις καραμέλες, και όχι μόνο, του Μπάρμπα Βαγγέλη. Ελπίζουμε οι απόγονοι να συνεχίσουν να φροντίζουν την ταμπέλα γιατί είναι πλέον μνημείο. Κοσμά, Βούλα, Φιφή, Άννα……….

Το μαγαζί του Λέτσιου «Παντοπωλείον η Αγάπη» ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα από τον Παν. Α. Δρίβα. Το μαγαζί αυτό ήταν μία μπακαλοταβέρνα η οποία περιελάμβανε ψιλικά, χρώματα και πολλά άλλα. Αυτό όμως που το διέκρινε ήταν το εστιατόριο το οποίο ήταν ανοιχτό όλες τις ανθρώπινες ώρες. Τα φαγητά της κυρά Ελένης ήταν απλά, γνήσια και νοστιμότατα. Η δε σπεσιαλιτέ μπακαλιάρος με σκορδαλιά αχτύπητος. Αρχή του καταστήματος ήταν «Κανείς δεν φεύγει από πεινασμένος». Ο μπάρμπα Παναγιώτης έφυγε το …….., ή Κυρά Ελένη το κράτησε ….χρόνια. Μετά πήρε την σκυτάλη η εγγονή Παναγιώτα. Το μαγαζί ανακαινίστηκε, μεταλλάχτηκε και ονομάστηκε «Αγάπης Έδεσμα, Café Snack Bar» τον Αύγουστο του 2012’ Είναι ένα Internetcafe Προσαρμοσμένο στην ιδιαιτερότητα της Ρηχιάς. Την κουζίνα συνεχίζει να επιμελείται η Κυρά Ελένη, εγγύηση δηλαδή της ποιότητας. Η αρχή «από εδώ δεν φεύγει κανείς πεινασμένος» ισχύει, βεβαιώνει η Κυρά Ελένη. 

 Εκτός από τα σταθερά μαγαζιά υπήρχε και ένα κινητό. Το πανέρι του Πενταλή του Λέου ή Σκουμπάφου (Παντελής Λ. Μοίρα). Το μαγαζί του ο Παντελής το μετέφερε από γειτονιά σε γειτονιά διαλαλώντας την πραμάτεια του, που αποτελείτο από βελόνες καρφίτσες, κουβαρίστρες κλπ. Ήταν ένα ψιλικατζίδικο δηλαδή. Εκτός από το πανέρι ο Παντελής περιέφερες και το κασελάκι του λούστρου. Ήταν βλέπετε και Λούστρος, και πολύ καλός μάλιστα. Για λόγους υγείας δεν μπορούσε να κάνει βαριές δουλειές αλλά για ψιλοθελήματα ήταν πάντα εκεί.