«Όταν η καλοκαιρινή ημέρα έφθανε στο τέλος της, οι χωρικοί είχαν μαζευτεί από τις δουλειές της ημέρας, είχαν ταχτοποιήσει τα ζωντανά τους, είχαν φάει το βραδινό τους και είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν, είτε στο λιακό τους είτε στο καφενείο, καθώς η απόγειος αύρα κατηφορίζοντας από την Κουλοχέρα και τον Πούλο γέμιζε  δροσιά και μυρωδιές θυμαριού, ρίγανης και θρούμπης το χωριό, και η γαλήνη η χαρακτηριστική του βουνού και που ενίοτε διεκόπτετο από ένα γρύλο η  το κουδούνισμα του τροκανιού κάποιου ανήσυχου ερωτύλου τράγου από τα κοπάδια που ψαήλωναν στις γύρω ράχες, είχε καλύψει την ατμόσφαιρα, τότε ξαφνικά ένας απαλός γλυκός μακρόσυρτος ήχος απλωνόταν πάνω από το χωριό. Ήταν ο μπάρμπα Μήτσιος ο Ρούκης που καθισμένος στην αυλή του, εκεί ψηλά στο ζυγό των Κοκκοραίων, ψυχαγωγούσε  τους συγχωριανούς του και τον εαυτόν του παίζοντας το τσαφάρι του»

Το τσαφάρι είναι ένας αυτοσχέδιος πρωτόγονος αυλός, κατασκευασμένος από καλάμι από τον ίδιο τον χειριστή του σύμφωνα με τα χέρια του και γενικά, τις ανάγκες του.

Ο Θόδωρος Δ. Κόκκορης ήταν γιός του μπάρμπα Μήτσου του Ρούκη. Ήταν πιθανότατα ο τελευταίος που έπαιζε το τσαφάρι. Τουλάχιστον ο τελευταίος που ψυχαγωγούσε το χωριό όπως παλαιότερα ο Πατέρας του.

Μερικές φωτογραφίες του Θόδωρου από το αρχείο μας