Τους χειμωνιάτικους μήνες η οικογένεια του Κοτσιμπήκου έμενε στους Μολάους. Προς το τέλος του Μάρτη ο μπάρμπα Κώστας ανέβαινε στο χωριό για να φροντίσει τις εργασίες στο αμπέλι του αλλά κυρίως να φροντίσει τα μελίσσια του.

Την άνοιξη του 1953 Μπάρμπα Κώστας ήταν και πάλι στο χωριό μόνος του. Τον πλησίασαν μερικοί φίλοι διά του εκπροσώπου τους Γιατρού Λάμπρου Καραγιάννη (Καρού) και του ζήτησαν να τους κάνει το τραπέζι. Ένα πολύ συγκεκριμένο τραπέζι. Ένα τραπέζι μόνο με πέτουλες. Οι πέτουλες ή τηγανίτες ή λαλαγγίδες είναι Χηλός (κουρκούτι) τηγανισμένο σε πολύ λάδι. Τρώγεται δε βασικά με μέλι. Είναι αυτό που σήμερα θα το λέγαμε Pancakes.

Η αυτοπρόσκληση και ο διακανονισμός έγιναν κάπως έτσι.

- Καρούμπα θα έλθουμε να μας κάνεις το τραπέζι. Αλλά θα φάμε μόνο πέτουλες με μέλι.

- Εντάξει ρε Μούργο να σας το κάνω το τραπέζι αλλά είμαι μόνος μου. Άστε να έλθει η νοικοκυρά να τα ετοιμάσει.

- Δεν θέλουμε γυναίκες. Θα τα κάνουμε όλα εμείς. Και θα τα φάμε όλα εμείς.

- Εσείς; Ποιοι εσείς;

- Εμείς οι γνωστοί. Αλλά με μια συμφωνία. Θα φάμε όσες πέτουλες θέλουμε με όσο μέλι θέλουμε. Δεν θα μας σταματήσεις, κυρίως το μέλι.

- Πόσο μέλι θα φας ρε Μούργο; Θα σκάσεις.

 - Όλο Καρούμπα θα το φάγωμεν όλο. Στοίχημα;

- Στοίχημα

Με αυτά και άλλα επικυρώθηκε το πετουλοπάρτι. 

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Καρός και ο Κοτσιμπήκος ήταν πολύ καλοί φίλοι και Κουμπάροι. Είχαν δημιουργήσει μεταξύ τους ένα είδος προσωπικής επικοινωνίας που θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει και κάποια δόση τρυφερότητας. Ο Καρός αποκαλούσε τον Κοτσιμπήκο Καρούμπα, ποτέ δεν έμαθα τι σημαίνει, και ο Κοτσιμπήκος αποκαλούσε τον Καρό Μούργο, που όλοι λίγο πολύ ξέρουμε τι σημαίνει.

Σε αυτή την συνεστίαση παραβρέθηκαν. Ο γιατρός Λάμπρος Καραγιάννης (Καρός), ο Παν. Κόκκορης (Φαρμάκης), οι δάσκαλοι Γιώργος Παπακωνσταντίνου και Μπενέκος, ο Παύλος Κουλούρης (Παυλάκης) και ο Δημ. Δούρος (Σιουτός). Η παντρεμένη κόρη του Μπήκου Άννα πήγε στο σπίτι και προσφέρθηκε να τα ετοιμάσει.Εκεί βρήκε μια κωμική κατάσταση με όλους αυτούς τους άσχετους να το παίζουν νοικοκυρές. Την πιο αστεία πάντως εικόνα παρουσίαζε ο Παπακωνσταντίνου που αν και φορούσε την ποδιά της Θειά Πολίτως ήταν βουτηγμένος στο αλεύρι από πάνω ως κάτω.Δεν την ήθελαν όμως. Την έδιωξαν, δεν ήθελαν γυναίκες. Η μόνη βοήθεια που πρόσφερε ήταν να διδάξει τον διδάσκαλο Παπακωνσταντίνου, που εκτελούσε χρέη χηλά, πώς να φτιάξει το χηλό.

Η κατάσταση εξελίχθηκε κάπως έτσι. Όταν άρχισαν να βγαίνουν από το τηγάνι οι πέτουλες δεν έτρωγαν πέτουλες με μέλι. Έτρωγαν μέλι με πέτουλες γιατί το στοίχημα ήταν ποιος θα σταματήσει αυτοί να τρώνε ή ο Μπήκος θα δηλώσει ότι δεν έχει άλλο μέλι. Το αποτέλεσμα ήταν ο μπήκος δήλωσε ότι δεν έχει άλλο μέλι και ότι χάνει το στοίχημα.

Οι δηλώσεις των πρωταγωνιστών σε δικές μου ερωτήσεις μερικούς μήνες αργότερα ήταν.

Καλά γιατί δεν τους άφησες να φάνε και άλλο; Πόσο θα έτρωγαν;

Μπήκος. Φοβήθηκα. Είχαν χάσει την αίσθηση του φαγητού. Κάποιος κάτι θα πάθαινε. Και το χειρότερο ήταν ότι την μεγαλύτερη κατανάλωση την έκανε αυτός ο Μούργος, που ήταν και ο μοναδικός γιατρός . Αν πάθαινε κάτι ποιος θα φρόντιζε τους υπόλοιπους;

Γιατρέ αυτό που κάνατε δεν ήταν κάπως επικίνδυνο;

Καρός. Επικίνδυνο; Εξελίχτηκε σε καθαρή τρέλα. Απλώς ποντάραμε στη σύνεση του κουμπάρου μου, που όπως απεδείχθη επικράτησε.