Τα πανηγύρια ήταν εκδηλώσεις οποίες γίνονταν στην γιορτή κάποιου Αγίου. Στη Ρηχιά το μεγάλο πανηγύρι ήταν αυτό της Ζωοδόχου Πηγής. Υπήρχε περιορισμένη κατανάλωση μεζέδων, αρνί σουβλιστό στο φούρνο, η κατεξοχήν σπεσιαλιτέ της Ρηχιάς, το ποτό ήταν φυσικά το κρασί. Μετά τον πόλεμο άρχισε και η εισβολή της μπύρας. Η κατανάλωση οινοπνευματωδών ήταν, κυρίως στους νέους, ανύπαρκτη. Αυτό που ήταν δημοφιλές , ήταν το κέρασμα ζαχαρωτών. Υπήρχε ένας «ζαχαροπλάστης» ,από τον Γέρακα, που γύριζε από πανηγύρι σε πανηγύρι, έστηνε τους πάγκους του και προωθούσε το εμπόρευμά του, όπου κυριαρχούσε το παστέλι για αυτό εξάλλου ήταν γνωστός «ο Παστελάς» Τα καταστήματα (ταβέρνες, καφενεία) δεν διέθεταν τραπέζια, καρέκλες γιατί προφανώς κανείς δεν πήγαινε να φάει και να πιεί. Το κύριο χαρακτηριστικό της γιορτής ήταν ο χορός. Το πανηγύρι ήταν βασικά το επίσημο νυφοπάζαρο. Εδώ έρχονταν οι νιοί και οι νιές όχι μόνο του χωριού αλλά και όλου του Ζάρακα, να δουν και να τους δουν. Οι νεαροί έδειχναν τα προσόντα τους και οι νεαρές τα δικά τους σε βαθμό φυσικά που επέτρεπαν οι κανόνες ηθικής της εποχής και οι κακές γλώσσες της περιοχής. Στη μέση λοιπόν της αυλής-πίστας στήνονταν οι οργανοπαίχτες, όχι υποχρεωτικά σε εξέδρα, γύρω από αυτούς ο χορός και γύρω από το χορό οι πανηγυριώτες ορθοί και σε κίνηση. Αυτή η κινητικότητα ήταν επιθυμητή γιατί έφερνε σε επαφή, οπτική φυσικά, τη νεολαία. Εδώ στα πανηγύρια έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση τα παιδιά κηρύσσοντας την παρουσία τους στην κοινωνία και την διαθεσιμότητα τους στις προξενήτρες. Εδώ φυσικά ευδοκιμούσε το φλερτ. Το ενδιαφέρον των αγοριών εκφραζότανε με κέρασμα και πρόσκληση για χορό. Των δε κοριτσιών το ενδιαφέρον εκφραζότανε με την αποδοχή των προσφορών και γενικά με τον τρόπο που ένα κορίτσι δείχνει το ενδιαφέρον του, παντού και πάντοτε.

Πανηγύρια, εκτός από το κέντρο του χωριού, γίνονταν και σε διάφορα εξωκκλήσια. Ένα από αυτά ήταν και το πανηγύρι στον Αφλαδόκαμπο, στη γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα, στις 27 Ιουλίου. Ο Αφλαδόκαμπος ήταν ένας πολύ μικρός οικισμός με ελάχιστους κατοίκους. Στην επίπεδη αυλή της εκκλησίας υπήρχε ένα τεράστιο δένδρο. Είχε δηλαδή όλες τις προδιαγραφές μιας εξοχικής πίστας. Σε ένα από αυτά τα πανηγύρια μια ομάδα κοριτσόπουλα, οι Κοκκορίτσες, συγκεντρώθηκαν στο σπίτι της θειά Λένης, να ετοιμαστούν για το χορό. Εκείνη την ημέρα φυσούσε ένα μελτεμάκι και τους χάλαγε τις μπούκλες. Και επειδή το λακ δεν είχε εισβάλει ακόμη στη ζωή τους, διέλυσαν ζάχαρη σε νερό και με αυτό στερέωσαν τις κομμώσεις. Αφού έμειναν ικανοποιημένες με το αποτέλεσμα, ξεκίνησαν κουνιστές, λυγιστές, ζαχαροκάντιο ζυμωτές μέσα στις γλύκες τους , για το χορό. Δεν υπάρχουν δεδομένα εάν και πόσο η εμφάνιση τους προσήλκυσε το ενδιαφέρον των Ανδρών. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι προσήλκυσε το έντονο ενδιαφέρον ενός σμήνους σφηκών οι οποίες το έδειξαν άμεσα. Τρομαγμένες λοιπόν οι νεαρές έτρεξαν πίσω στης θειά Λένης να τα ξεπλύνουν και να επιστρέψουν με τα μαλάκια τους πλέον ανακατεμένα να ανεμίζουνε στο τρελό… μελτέμι.

                                                               ΑΪ ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ

 

Την εποχή εκείνη επαφή των νέων ήταν από περιορισμένη μέχρι ανύπαρκτη. Οι γάμοι γινόταν με συνοικέσια και προξενιά και επομένως η επιλογή του συντρόφου σπάνια. Ζούσαν με την διαρκή  αγωνία και αναρώτηση για το ποιόν/[ποια θα παντρευτούν.  Ζούσαν σε μια προσδοκία σε ένα όνειρο σε μια φαντασία.  Κατέφευγαν λοιπόν σε διαφόρους τρόπους μαντείας όπως ηταν η τοποθέτηση κουφέτων προερχόμενα από το κουτί των στεφάνων μετά την τελετή του γάμου στο μαξιλάρι για να ονειρευτούν τον μελλοντικό σύντροφο τους. Μια άλλη διαδικασία είναι αυτή που προβλέπεται από τις τελετουργίες στην εορτή του Αϊ Γιάννη  του Κλήδονα.

 

Ο Αϊ Γιάννης ο Κλήδονας γιορτάζεται στις 24 Ιουνίου, ως γενέθλια του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος κατά τας Γραφάς γεννήθηκε έξη μήνες πριν το Χριστό. Τα έθιμα όμως αυτής της γιορτής δεν έχουν καμιά σχέση με τα έθιμα της Χριστιανικής θρησκείας. Δεν γιορτάζονται τα γενέθλια του Ιωάννου αλλά το θερινό ηλιοστάσιο, όπως γιορταζόταν τους προχριστιανικούς χρόνους. Η λέξη Κλήδον που σημαίνει  που  σημαίνει Οιωνός, Μαντεία συναντάται στον Όμηρο και τον Ησίοδο. Οι ειδωλολατρικές ιεροτελεστίες του θερινού ηλιοστασίου.  Είναι δε από τις αρχαιότερες εκφράσεις ης παράδοσης της Ελληνικής υπαίθρου. Οι τελετουργίες είχαν δύο εστιάσεις. Την κάθαρση και την πρόβλεψη του μέλλοντος. Η κάθαρση επιτυγχάνονταν διά της πυράς. Την παραμονή άναβαν και εξακολουθούν να ανάβουν φωτιές στις πλατείες και τους μεγάλους δρόμους του χωριού. Όλοι οι κάτοικοι περνούσαν και πηδούσαν πάνω από την φωτιά για να καούν όλα τα κακά. Αρρώστιες,  πνεύματα,  βασκανίες, και οτιδήποτε άλλο.  Κάτι παρόμοιο με τα αναστενάρια της Θράκης. Όπως φαίνεται οι Αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν τα ευεργετήματα της φωτιάς και την τιμούσαν.  

 

Η μαντεία ήταν λιγάκι πιο περίπλοκη υπόθεση.  Σκοπός όλον αυτών τελετουργιών ήταν να μαντέψουν τον άνδρα που θα παντρευτούν.  Λέμε τον άντρα γιατί στα έθιμα της Ρηχιάς αυτή η διαδικασία ήταν κοριτσίστικη υπόθεση. Τα παιδιά είχαν ρόλο κομπάρσου. Έτσι τα παιδιά και τα κορίτσια . Γιατί ήμαστε Ρηχιώτες και δεν πρέπει να ξεχνάμε τη γλώσσα μας. Η διαδικασία ξεκινούσε την παραμονή στις 23 Ιουνίου. Σε ένα δοχείο, Σε πολλά μέρη της Ελλάδος ήταν πήλινο, στην Ρηχιά χρησιμοποιούσαν μια μπότσα. Άγνωστο γιατί έπρεπε να είναι μπότσα  Η μπότσα ήταν ένα δοχείο με το οποίο μετρούσαν το μούστο. Σε αυτή τη μπότσα τα ανύπαντρα κορίτσια τοποθετούσαν ένα φρουτο μήλα και αχλάδια ήταν τα φρούτα αυτή την εποχή. Κάθε κορίτσι έβαζε κάποιο χαρακτηριστικό σημάδι  για να αναγνωρίζεται ότι το συγκεκριμένο φρούτο ήταν το δικό της. Φρόντιζαν τα φρούτα τους να είναι εμφανίσιμα γιατί εάν ήταν κακομούτσουνα , κακομούτσουνος θα ήταν και ο γαμπρός. Αυτό βέβαια δεν ήταν επιθυμητό. Όμορφα φρούτα λοιπόν. Σε μια άλλη μπότσα τοποθετούσαν  μαντινάδες γραμμένες σε μικρά χαρτάκια. Οι μαντινάδες αναφέρονταν σε γάμους δαχτυλίδια στέφανα και φυσικά σε αντρικά ονόματα. Στη συνέχεια τα σκέπαζαν με ένα κόκκινο ύφασμα, έδεναν το ύφασμα και τοποθετούσαν τα δοχεία μαζί με το αμμιλητο νερό σε σημείο που τα έβλεπαν τα άστρα. Ηταν βλέπετε τα αστέρια από όπου έπαιρναν την μαντική τους δύναμη. Το σημείο στην περίπτωση της Ρηχιάς δεν έπρεπε να είμαι προσβάσιμο για να μην πάνε τη νύχτα τα παιδιά και πρόσθεταν στο δοχείο μαντινάδες που μάλλον θα εξυπηρετούσαν κάποιους σκοπούς . Παρέμεινε εκεί μέχρι το μεσημέρι της τηε επομένης δηλαδή ανήμερα του Αϊ Γιαννιού, οπότε εξελίσσετο η δεύτερη φάση.

 

 Παράλληλα με τα φρούτα και τις μαντινάδες εξελισσόταν  και η ιεροτελεστία της αλμυροκουλούρας. Η αλμυροκλυλούρα ήταν ακριβώς αυτό μία αλμυρή κουλούρα. Η συνταγή της παρασκευής της είχε μερικές ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες.  Τα υλικά ήταν λίγα και απλά. Αλεύρι, λάδι, αλάτι και νερό. Το μέγεθος και συνεπώς η ποσότητα των υλικών εξαρτάτο από τον αριθμό των συνδαιτυμόνων. Δηλαδή πόσα κοριτσόπουλα θα λάμβαναν μέρος. Για ένα κιλό αλεύρι χρειαζόταν ένα κιλό αλάτι. όχι δεν είναι τυπογραφικό λάθος, ένα ποτηράκι λάδι και νερό όσο πάρει. Το νερό αυτό ήταν μέρος του αμίλητου νερού και το τοποθετούσαν στα δοχεία με τα φρούτα και τις μαντινάδες.  Προσοχή όμως γιατί υπάρχουν και πολύ συγκεκριμένοι κανόνες. Τα α υλικά αυτά πρέπει να κλαπούν από τέσσερες  ανύπαντρες κοπέλες, από τέσσερα διαφορετικά νοικοκυριά που ο νοικοκύρης να είναι Γιάννης. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος τρόπος ζυμώματος ή ψησίματος. Η κοπέλα που θα κλέψει το νερό δεν πρέπει να μιλήσει καθόλου κατά την διάρκεια της μεταφοράς. ToΑυτό ήταν το αμίλητο νερό. Έτρωγαν την κουλούρα την παραμονή το βράδυ και δεν έπρεπε να πιούνε νερό  μέχρι την άλλη μέρα. Την άλλη μέρα, έπαιρναν μια γουλιά από το αμίλητο νερό στο στόμα χωρίς να το καταπιούν.  Τα κρατούσαν στο στόμα χωρίς να μιλάνε, μέχρι να ακούσουν  ένα αντρικό όνομα οπότε έφτυναν το νερό και ήταν ελεύθερες να πιούν όσο νερό ήθελαν. Να φάει κάποιος αυτό αλατισμένο παρασκεύασμα και να μην πιεί νερό για μια ολόκληρη νύχτα δεν μοιάζει με έθιμο Ελλήνων αλλά Βαρβάρων. Το μεσημέρι ανήμερα έφερναν τις δύο μπότσες τις τοποθετούσαν στη μέση στο πάτωμα και όλες οι γυναίκες, εδώ επιτρεπόταν και η παρουσία των αντρών. Δύο μικρά έβαζαν το χεράκι τους στην μπότσα κάτω από το ύφασμα και τραβούσαν το ένα το φρούτο και το άλλο την μαντινάδα.  Την οποία διάβαζε δυνατά μία από τις γυναίκες και η οποία φυσικά ανήκε στην κοπέλα με το αντίστοιχο φρούτο. Εκτός από τις γραμμένες μαντινάδες οι παρευρισκόμενες γυναίκες έλεγαν και καμιά μαντιναδούλα εκτός προγράμματος. Με λίγη φαντασία τα κοριτσόπουλα συνδύαζαν  την μαντινάδα με τα όνειρα τους και τις προσδοκίες τους.    Με αυτά τελείωνε και η μαντική ιεροτελεστία. Το έθιμο κράτησε μέχρι την δεκαετία του εξήντα. Μέχρι που ο  Καράγιαλλης  σάρωσε τα πάντα στο διάβα του. Αϊ Γιάννης ο Κλήδονας! Τον πήρε και αυτόν ο Καράγιαλλης.

 

 

Συχνά αναφερόμαστε στο Καράγιαλλη  σαν την συνισταμένη των δυνάμεων ( τους δώσαμε ένα όνομα)  που επέφεραν την αλλαγή στην κουλτούρα της Ρηχιάς. Ο Καράγιαλλης λοιπόν στο πέρασμα του σάρωσε και τα πανηγύρια και τα επακόλουθα του ένα εκ των οπίων ήταν και το νυφοπάζαρο, αφήνοντας ένα κενό .  Είναι όμως γνωστοί οι νόμοι της Φυσικής αλλά και της Φύσης  που λένε ότι όταν ένα κενό δημιουργείται,  το περιβάλλον όποιο και αν είναι αυτό, εισβάλει να καλύψει αυτό το κενό. Το νυφοπάζαρο λοιπόν παγκοσμιοποιήθηκε και φέρει το όνομα FaceBook. Υποθέτω ότι και τα Ρηχιωτόπουλα ασχολούνται με αυτό το άθλημα.  Επειδή αυτό το εγχείρημα είναι ένα διαδικτυακό Λαογραφικό Μουσείο, δεν θα συμβάλουμε στην επικοινωνία με FaceBook.