Οι χοροί ήταν ένας συνηθισμένος τρόπος διασκέδασης. Οι Αποκριάτικοι χοροί δεν είχαν κάτι το ιδιαίτερο. Δεν υπήρχαν κάποια έθιμα που να ταυτίζονται με τον τόπο. Οι εκδηλώσεις περιορίζονταν στην μεταμφίεση των ανδρών σε γυναίκες και των γυναικών σε άνδρες. Και χόρευαν. Χόρευαν στις πλατείες την ημέρα όταν ο καιρός ήταν καλός και στα σπίτια τα βράδια.

Οι χοροί συνήθως τελείωναν με τον Πόντικα. ¨Ηταν ένα πηδηχτός πολύ μα πάρα πολύ γρήγορος. Ξέφρενο θα μπορούσαμε να τον πούμε. Ήτα ν κατά κάποιο τρόπο ένας διαγωνισμός χορού για χορευτές με δυνατά πόδια και γερά πνευμόνια.  Όποιος κουραζόταν εγκατέλειπε. Ο χορός συνεχιζόταν με το τραγούδι να επαναλαμβάνεται μέχρι να μείνει μόνο ένας χορευτής/χορεύτρια.  Ο νικητής. 

Πήδησε ο πόντικας και πήρε το φυτίλι μέσα από το καντήλι , πού έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι ντήλι, ντήλι,  ντήλι, μεταξωτό μαντήλι

Πήδησε και μια γάτα και έφαγε τον πόντικα που πήρε μέσα το φυτίλι μεσα από το καντήλι , πού έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι ντήλι, ντήλι,  ντήλι, μεταξωτό μαντήλι.

Ήρθε ένας σκύλος και έφαγε τη γάτα που έφαγε τον πόντικα που πήρε μέσα το φυτίλι μέσα από το καντήλι , πού έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι, ντήλι, ντήλι,  ντήλι, μεταξωτό μαντήλι.

Έπεσε ένα ξύλο και σκότωσε το σκύλο που έφαγε τη γάτα που έφαγε τον πόντικα που πήρε μέσα το φυτίλι μέσα από το καντήλι , πού έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι, ντήλι, ντήλι,  ντήλι, μεταξωτό μαντήλι.

Άναψε ο φουρνος και έκαψε το ξύλο που σκότωσε το σκύλο που έφαγε τη γάτα που έφαγε τον πόντικα που πήρε μέσα το φυτίλι μέσα από το καντήλι , πού έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι, ντήλι, ντήλι,  ντήλι, μεταξωτό μαντήλι

Κύλησε το ποτάμι και έσβησε το φούρνο πουέκαψε το ξύλο που σκότωσε το σκύλο που έφαγε τη γάτα που έφαγε τον πόντικα που πήρε μέσα το φυτίλι μέσα από το καντήλι , πού έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι, ντήλι, ντήλι,  ντήλι, μεταξωτό μαντήλι.

Πέρρασε το βόδι και ήπιε το ποτάμι που έσβησε το φούρνο που έκαψε το ξύλο που σκότωσε το σκύλο που έφαγε τη γάτα που έφαγε τον πόντικα που πήρε μέσα το φυτίλι μέσα από το καντήλι , πού έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι, ντήλι, ντήλι,  ντήλι, μεταξωτό μαντήλι.

Ήλθε ο χασάπης και έσφαξε το βόδι που ήπιε το ποτάμι που έσβησε το φούρνο που έκαψε το ξύλο που σκότωσε το σκύλο που έφαγε τη γάτα που έφαγε τον πόντικα που πήρε μέσα το φυτίλι μέσα από το καντήλι , πού έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι, ντήλι, ντήλι,  ντήλι, μεταξωτό μαντήλι

Κατέβηκε ο Χάρος και πήρε τον χασάπη που έσφαξε το βόδι  που ήπιε το ποτάμι που έσβησε το φούρνο που έκαψε το ξύλο που σκότωσε το σκύλο που έφαγε τη γάτα που έφαγε τον πόντικα που πήρε μέσα το φυτίλι μέσα από το καντήλι , πού έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι, ντήλι, ντήλι,  ντήλι, μεταξωτό μαντήλι

 

Ο χορός ήταν η κύρια αν όχι η μοναδική διασκέδαση των νέων. Το χειμώνα χόρευαν στα σπίτια, ήταν τα πάρτι της εποχής, και το καλοκαίρι έξω στις αυλές, με χώμα φυσικά . Σε αυτούς τους χορούς δεν υπήρχε μουσική. Χόρευαν με τη συνοδεία τραγουδιών. Όπως υπήρχε αυτός που έσερνε το χορό, υπήρχε και αυτός που έσερνε το τραγούδι. Δηλαδή τραγουδούσε μια στροφή του τραγουδιού και οι χορευτές και μη την επαναλάμβαναν. Κάθε γειτονιά είχε και την δική της πίστα χορού. Στα Κοκκοροδριβέικα η πιο δημοφιλής πίστα ήταν η αυλή του μπάρμπα Γιάννη του Κολοφωτιά, Η αυλή της θειά Πίνας όπως την λέγαμε Τότε. Ένας από τους αρχιτραγουδιστές ήταν ο βροντόφωνος Μπούσκας ( Δημ. Αν. Λάγγης) που όταν τραγουδούσε το αγαπημένο του τραγούδι « Ωχ αμάν αμάν αμάν Δεν αγαπώ του πεζικού την παλιοφανταρία, Ωχ αμάν αμάν αμάν παρ αγαπώ του Ναυτικού την αριστοκρατία», ακουγόταν μέχρι τα Μπελεσέικα και τα Κουλουρέικα και έπεφτε το σύρμα «Χορεύουν στα Δριβέικα, πάμε. Μετά από λίγο το χώμα της αυλής είχε γίνει σκόνη. Έτσι παραφράζοντας το γνωστό τραγουδάκι και θα πούμε. « Τους πιο όμορφους συρτούς σε αυλές με κουρνιαχτούς τους τους έχουμε χορέψει». Δεν χρειαζότανε κάποιο γεγονός για τους περισσότερους από αυτούς τους χορούς . « Χορεύουμε;» « Και δεν χορεύουμε;» Έτσι απλά. Συγκεκριμένα γεγονότα που πυροδοτούσαν χορούς, και είχαν κατά κάποιο τρόπο κατοχειρωθεί, ήταν τον Ιούνιο όταν οι νέοι μετανάστευαν, σαν εποχιακοί εργάτες, στο Κυπαρίσσι για την συγκομιδή χαρουπιών για δέκα περίπου μέρες, και ολόκληρο τον Αύγουστο στον κάμπο του Ασωπού για την συγκομιδή σύκων. Ιδίως τον Αύγουστο το χωριό ρήμωνε από νέους. Αυτό γινόταν αιτία για τέσσερις χορούς. Δύο για την αποχώρηση και δύο για την επιστροφή.

Δεν διαθέτουμε φωτογραφικό υλικό για αυτά τα γεγονότα