«Ρηχιώτες είναι φυσικά Έλληνες που έχουν όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της φυλής. Όταν γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχει αποδειχθεί πειστικά καμιά από τις εκδοχές για την καταγωγή των Ρηχεωτών.  Γεωγραφικά ο Ζάρακας αποτελεί το νοτιότατο άκρο του Πάρνωνα που είναι συνέχεια της Τσακωνιάς.

 Το γεγονός ότι ήταν Αλβανόφωνοι εν μέρει,  μπερδεύει κάπως την κατάσταση. Μία εκδοχή είναι ότι οι Αλβανόφωνοι εγκαταστάθηκαν με εντολή του Δεσπότη Θ. Παλαιολόγου το 1350. Πιθανό και πολύ λογικό. Αλλά στην διάλεκτο της Ρηχιάς υπάρχουν πολύ περισσότερες λέξεις αρχαίας Ελληνικής προέλευσης όπως λεβέτι (λέβης), παρεστιά (παρά την Εστία) προπύρα (προ πυράς), αγκιό (αγγείο) κ.λ.π. παρά αρβανίτικες. Το ίδιο ισχύει και για τα τοπωνύμια. Αυτό σημαίνει ότι όσοι αλβανόφωνοι εγκαταστάθηκαν το 1350 απορροφήθηκαν από τον ντόπιο πληθυσμό. Τα αρβανίτικα που μιλούσαν στο Ζάρακα μετά το 21 ήταν εισαγόμενα από τους αποίκους που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Από την Ύδρα, τις Σπέτσες, την Αργολίδα και την Κορινθία. 

 Το 1825 πέρασε από το Ζάρακα ο Ιμπραήμ ο οποίος ως γνωστό δεν άφησε πίσω του τίποτε όρθιο.  Αμέσως μετά την επανάσταση η Ρηχιά ήταν ακατοίκητη και οι διάφορες εκτάσεις που ονομάζονταν μετόχια ανήκαν σε κατοίκους της Κρεμαστής. Αμέσως μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ άρχισαν να εγκαθίσταται στην περιοχή της Ρηχιάς  διάφορες οικογένειες όπως οι Πετρουτσάς στα νήπια από τις Σπέτσες, Ο Φριντζίλας στα καρίκια επίσης από τις Σπέτσες. Ο Κόκκορης στη Ρηχιά πιθανώς από τους Γοράνους Σπάρτης. Οι Δρίβας ήταν κάτοικοι Κρεμαστής πολύ παλαιότερα..

 Οι Δριβαίοι είναι η παλαιότερη και μεγαλύτερη οικογένεια ή σοι να το πούμε και έτσι. Αρκετές οικογένειες  σήμερα προέρχονται προέρχονται από αυτό το σόι. Άλλαξαν όμως το επώνυμο τους για πολλούς διάφορους και ενίοτε περίεργους λόγους. Δυο αδέλφια κτηνοτρόφοι φυσικά, συζητούσαν που θα πάνε τα κοπάδια τους να ξεχειμωνιάσουν. «Εγώ θα τα πάω στο Σουρμπάνι» λέει ο πρώτος.  Το Σουρμπάνι είναι μια τοποθεσία στην περιοχή μεταξύ Μακρυνάρας και Βλαχιώτη. «Μπα! Εγώ θα μείνω εδώ στην τούρλα» λέει ο δεύτερος. Έτσι και έγινε. Ο ένας πήγε στο Σουρμπάνι και ο άλλος στην Τούρλα. Έσμιξαν ξανά την άνοιξη και χαιρετίστηκαν κάπως έτσι.   

 «Γεια σου ρε Σουρμπάνη, καλώς ήλθες».

 «Γεια σου ρε Τούρλα καλώς σας βρήκα».

 Τα αδέλφια συνέχισαν να αλληλοαποκαλούνται Τούρλα και Σαρμπάνη. Πως το Σουρμπάνης έγινε Σαρμπάνης δεν είναι γνωστό.Το αποτέλεσμα ήταν οι απόγονοι τους να το κρατήσουν σαν επώνυμο. Ένας από τους απογόνους του Σαρμπάνη είναι και ο πρώην Γερουσιαστής των ΗΠΑ Paul Sarbanes. Υπάρχουν και περιπτώσεις που ορισμένα παρατσούκλια εξελίχτηκαν σε επίσημα επώνυμα.

 Δυστυχώς εδώ σταματά και ιστορία του Ζάρακα. Απτές αποδείξεις για την κατοίκιση της Ρηχιάς κατά τους 11, 12, 13, 14, 15, 16 αιώνες προκύπτουν από τα κτίσματα της περιοχής που η τεχνοτροπία τους είναι η τεχνοτροπία των κτισμάτων της Μονεμβασίας. Ιδιαίτερα οι πολύ καλά συντηρημένοι ληνοί  μερικοί από τους οποίους χρησιμοποιούνται ακόμα  και σήμερα. Ο κύριος  λόγος που δεν υπάρχουν κείμενα για τον Ζάρακα αυτές τις περιόδους ήταν η μορφολογία του εδάφους. Τα γραπτά της εποχής είναι έργα διαφόρων Ευρωπαίων περιηγητών. Φαίνεται ότι οι περιηγητές αυτοί όταν πλησίαζαν τον Ζάρακα και ατένιζαν τον βραχώδη και τραχύ όγκο της Κουλοχέρας απλώς άλλαζαν πορεία

 Οι Ρηχιώτες δεν είχαν κανένα  φυσικό χαρακτηριστικό που να τους διακρίνει. Ήταν και είναι Ψηλοί, κοντοί, λιγνοί, χοντροί, ευλύγιστοι, μονοκόμματοι και όλα τα ενδιάμεσα.

 Τα χαρακτηριστικά τους ήταν περισσότερο  νοοτροπίας και διανόησης τα οποία είχαν διαμορφωθεί από τον τρόπο ζωής τους. Να επαναλάβουμε για μια ακόμη φορά ότι η περιοχή ήταν και είναι πάρα πολύ φτωχή και για να επιζήσει κάποιος έπρεπε να δουλεύει σκληρά από μικρή ηλικία. Κατ’ αρχήν λοιπόν οι Ρηχιώτες ήταν εργατικοί άνθρωποι. Αλλά η σκληρή δουλειά δεν ήταν αρκετή για την επιβίωση τους, ηταν αναγκασμένοι να μεταναστεύουν. Αυτή η τάση προς φυγή, η έλλειψη φόβου και δισταγμού για το άγνωστο δείχνει τον προοδευτισμό και τον φιλελευθερισμό τους. Η μετανάστευση έγινε και προς το εσωτερικό και προς το εξωτερικό. Για την πορεία των Ρηχεωτών μεταναστών γράφει  λεπτομερώς και εκτεταμένα ο Γ. Μπέλεσης στο βιβλίο του «στα αχνάρια του Ρηχιώτη». Το μόνο που θα μπορέσω να προσθέσω στο εξαιρετικό πράγματι έργο του Μπέλεση  είναι ότι ένας αριθμός Ρηχιωτών μεταναστών που είχαν την τύχη να κατέχουν απολυτήριο Γυμνασίου, παράλληλα με την σκληρή δουλειά για την επιβίωση, παρακολούθησαν και μαθήματα σε ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Αμερικής, της Αυστραλίας και του Καναδά, να αποκτήσουν πτυχία και στη συνέχεια να διακριθούν στην κοινωνία αυτών των χωρών. Η επιτυχία αυτή των Ρηχεωτών  στο πνευματικό  κόσμο οφείλεται πιστεύω στη Ρηχιά. Οι Ρηχιώτες κατά κανόνα, δεν ήταν αποκλειστικά γεωργοί ή αποκλειστικά κτηνοτρόφοι Δεν ήταν αποκλειστικά γεωργοί γιατί δεν υπήρχε αρκετή γη να καλλιεργήσουν όπως δεν ήταν και αποκλειστικά κτηνοτρόφοι γιατί δεν υπήρχαν αρκετά βοσκοτόπια για πολλά και μεγάλα κοπάδια. Δεν περνούσαν τις ημέρες τους αποκλειστικά  σκυμμένοι πάνω στη γη. Σήκωναν το   κεφάλι τους ψηλά να αγναντεύουν τα μικροκοπάδια τους στις γύρω ράχες και βουνά.  Κοιτούσαν ψηλά πάνω από τις κορφές τον απέραντο ορίζοντα, αγνάντευαν στη θάλασσα τα καράβια που ταξίδευαν στα πέλαγα και τις βαρκούλες που αρμενίζαν στους γιαλούς  και τα σύννεφα στον ουρανό.  Παρατηρούσαν τα σύννεφα για να προβλέψουν τις καιρικές αλλαγές . Παρατηρούσαν  την βλάστηση παρατηρούσαν ….παρατηρούσαν και έκριναν. Αυτή η συνεχής έκθεση στο φως και η παραμονή τους σε υψόμετρο εύρυναν  τον ορίζοντα τους φυσικό και πνευματικό. Έγιναν παρατηρητικοί και διορατικοί με καθαρό μυαλό και σκέψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια περιοχή φτωχή και αποκλεισμένη σαν τη Ρηχιά να αναδείξει πολλούς επιστήμονες Γιατρούς, Μηχανικούς, Νομικούς, Εκπαιδευτικούς κλπ. σε μια εποχή η εκπαίδευση δεν είχε καθιερωθεί στη συνείδηση του Έλληνα.

Δεν ήταν όμως μόνο οι Ρηχιώτες που διακρίθηκαν στην επιστήμη και τα γράμματα. Είναι δυστυχώς και αυτοί που δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να πάνε στο σχολείο. Ικανότατοι και πανέξυπνοι άνθρωποι κατάφεραν να επιτύχουν πολλά. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και μπάρμπα Γιάννης ο Κράμπας (Ιωάννης Καραγάννης). Ο μπάρμπα Γιάννης είχε πάει στην Αμερική και επέστρεψε στην πατρίδα. Ήταν ντυμένος όπως όλοι οι επιστρέφοντες Μπρούκληδες. Κουστούμι με γιλέκο και το απαραίτητο ρολόι με χρυσή καδένα.

 Βγήκε λοιπόν στα μαγαζιά όπως έκαναν όλοι οι άντρες . Όπως δε ήταν φυσικό ρωτούσαν τον αναλφάβητο μπάρμπα Γιάννη. 

«Ρε Γιάννη τι ώρα λέει εκείνο το ρολόι?»

«Ε! τι να πει. Την ίδια που λέει και του Λευτέρη» 

Ο Λευτέρης Σταυρόπουλος ήταν ο άλλος ρολογιοφόρος του χωριού. 

 Οι Ρηχιώτες  ηταν βασικά ορεσίβιοι γεωργοί-κτηνοτρόφοι. Η Ρηχιά διαθέτει περίπου 15 χιλιόμετρα παραλίες . Κατά μήκος αυτών των παραλιών υπήρχαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, σε υψόμετρο  80-200 μέτρα. Οι εκτάσεις αυτές, τα χειμαδιά όπως τα έλεγαν είναι τα Καρίκια, τα Κλείσματα, τα Νήπια, ο Τζίρος ήταν και είναι με Ελιές και Χαρουπιές. Είναι μικρές εκτάσεις και χρησιμοποιούνταν κυρίως για το ξεχείμωνιασμα των μικροκοπαδιών. Τα μεγαλύτερα κοπάδια ξεχείμαζαν σε χαμηλού υψομέτρου εκτάσεις από τον Ασωπό μέχρι τα Βάτικα.

 

Παρότι η θάλασσα ηταν δίπλα τους, οι Ρηχιώτες προτιμούσαν να πατάνε με τα τσαρούχια τους τις αφάνες και τα κατσάβραχα παρά να πατάνε ξυπόλυτοι τα σανίδια της βάρκας και να   βρέχουν τα πόδια τους στη θάλασσα. Οι παλαιοί  Ρηχιώτες δεν ήταν Ναυτικοί. Η μοναδική περίπτωση που έχει πέσει στην αντίληψη μας είναι αυτή του Θοδωρή Δρίβα που όταν ήταν παιδί, γύρω στα 1870, και βοηθούσε τον πατέρα του Νίκο Δρίβα ή Πηρούνη   στις αγροτικές τους δουλειές, και έβλεπε  κάποιο καΐκι να αρμενίζει, γύριζε προς τον πατέρα του και του έλεγε. «Πατέρα να ένα καΐκι. Να ήμασταν και μείς εκεί μέσα!»   «Ρε άσε τα καΐκια. Εμείς ήμαστε στεριανοί τσοπαναραίοι. Δεν ήμαστε καρμπέρηδες. Κοίτα τα κατσίκια και λάζεψε και καμιά γράβα.» Αυτή ήταν μια συνηθισμένη κουβέντα μεταξύ πατέρα και γιού. Το λάζεμα ήταν το καθάρισμα των χωραφιών από κλαδιά και θάμνους. Ο καιρός πέρασε όπως περνάει πάντοτε, και ο μικρός Θοδωρής μεγάλωσε και …έγινε ναυτικός. Όπως όλοι οι ναυτικοί της εποχής εκείνης, παντρεύτηκε και έφυγε σε ταξίδι. Όταν επέστρεψε γνώρισε την πρώτη του κόρη. Μπάρκαρε ξανά και όταν επέστρεψε γνώρισε και τον γιό του. Μπάρκαρε ξανά αλλά δεν επέστρεψε ποτέ να γνωρίσει και την δεύτερη του κόρη που γεννήθηκε το 1898. Έτσι η μικρή Πολίτω μεγάλωσε χωρίς να γνωρίσει ποτέ τον πατέρα της. Αυτή ήταν η μοίρα των ναυτικών και των οικογενειών τους εκείνα τα χρόνια. 

Οι Ρηχιώτες στράφηκαν προς τη θάλασσα μετά τον  δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Τοτε παρα πολλά Ρηχιωτόπουλα έσπευσαν να βγάνουν ναυτικό φυλλάδιο και να μπαρκάρουν. Απώτερος σκοπός ήταν να πιάσει το καράβι σε Αμερικανικό λιμάνι και να το εγκαταλείψουν γινόμενοι λαθρομετανάστες. Εκεί, συγγενείς και φίλοι τους έκρυβαν και τους βοηθούσαν να βρουν δουλειά. Στη συνέχεια τους γνώριζαν στην ομογένεια όπου μπορούσαν να συναντήσουν Ελληνοαμερικανίδες  με σκοπό το γάμο. Επειδή οι λαθρομετανάστες ηταν πολλοί περισσότεροι από τις Ελληνοαμερικανίδες, είχε στηθεί μια βιομηχανία παροχής πράσινης κάρτας. Είχε δημιουργηθεί μια τράπεζα νυφών. Δηλαδή γυναικών μονίμων κατοίκων Αμερικής οι οποίες επί πληρωμή παντρεύονταν εικονικά τους λαθρομετανάστες, και παρέμεναν παντρεμένοι μέχρι  αποκτήσουν  δικαιώματα μονίμου κατοικίας. Η αλλαγή του μεταναστευτικού νόμου στις ΗΠΑ, ο οποίος έδινε την δυνατότητα στους αμερικανούς, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είχαν αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης κατοικίας με τον παραπάνω τρόπο,  να προσκαλούν μέχρι δευτέρου βαθμού συγγενείς δημιούργησε το μεγάλο κύμα μετανάστευσης των Ρηχιωτών στις ΗΠΑ κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970. Η στροφή όμως αυτή προς την θάλασσα συνεχίστηκε και σήμερα οι Ρηχιώτες απασχολούνται στην ναυτιλία σε όλες της τις βαθμίδες.  

Την δεκαετία του 30 έτυχε να βρεθεί δάσκαλος στη Ρηχιά ο Δ. Καλλιφατίδης, ένας πολύ δραστήριος και δημιουργικός άνθρωπος ο οποίος μαζί με τον επίσης δραστήριο και δημιουργικό γιατρό Θ. Σταυρόπουλο έδωσαν μια νέα πνοή στην άγονη και αποκλεισμένη περιοχή. Δημιούργησαν ένα είδος αναγέννησης. Εισήγαγαν καινούριες καλλιέργειες , βελτίωσαν τους τρόπους παλαιών καλλιεργειών και ξεκίνησαν δασοφυτεύσεις.   Και ανέπτυξαν μια πολιτιστική κίνηση με θεατρικές παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις.

 Και τότε ήλθαν οι πόλεμοι.

 Οι Ρηχιώτες είναι ελαφρώς τοπικιστές να το θέσουμε κάπως ήπια. Έτσι για να μην χρησιμοποιήσουμε κάποια πιο λαϊκή έκφραση. Δεν έχω γνωρίσει πολλούς Ληξουριανούς για να κάνω σύγκριση, αλλά εάν ο Ανδρέας Λασκαράτος είχε γνωρίσει τους Ρηχιώτες πιθανώς να είχε γράψει το γνωστό του ποίημα κάπως έτσι. « όταν ο Θεός έπλασε την Οικουμένη, τη Ρηχιά και όλο τον κόσμο…» 

 Παλαιά, οι ρηχιώτες γεννιόνταν στη Ρηχιά, βαφτίζονταν στη Ρηχιά, παντρεύονταν στη Ρηχιά πολλές φορές μάλιστα επιστρέφοντας από νέες μακρινές πατρίδες. Βλέπετε δεν είναι μόνο η Καρέτα-Καρέτα που επιστρέφει στον τόπο γέννησης της για αναπαραγωγή. Ήταν και οι Ρηχιώτες. Σήμερα οι Ρηχιώτες γεννιούνται στη Σπάρτη, Βαφτίζονται στη Συκιά στον Αγ. Νεκτάριο, παντρεύονται στους Μολάους  και πεθαίνουν … όπου τους πάρει ο Χάρος. Δεν έχει βέβαια πολύ σημασία που πεθαίνουν γατί όπως είπε ο Περικλής «Ανδρών γαρ Ρηχεωτών πάσα γη τάφος». Βέβαια ο Περικλής δεν το είπε έτσι ακριβώς, αλλά ο Περικλής ήταν Αθηναίος. Εάν δεν ήταν Αθηναίος έτσι θα το έλεγε.

 

                                                     ΜΑΘΕ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 Το γεγονός ότι από την Ρηχιά βγήκαν μερικοί επιστήμονες  στο πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα, δεν σημαίνει ότι οι Ρηχιώτες στην πλειοψηφία ήταν εγγράμματοι. Κάθε άλλο. Οι πρώτοι Ρηχιώτες ήταν αναλφάβητοι. Η ιστορία των σχολείων και της εκπαίδευσης αναφέρεται σε άλλο κεφάλαιο. Εδώ θα δώσουμε με τον απλό όχι τόσο επιστημονικό μας τρόπο μια εικόνα της εποχής. Οι μαθητές που φοιτούσαν στο σχολείο την πρώτη δεκαετία του περασμένου αιώνα ήταν ελάχιστοι. Βλέπετε υπήρχαν χορτάρια στα χωράφια που έπρεπε να βοτανιστούν, χρειάζονταν ξύλα για την φωτιά που έπρεπε να μαζευτούν, υπήρχαν κυρίως τα κατσίκια που έπρεπε να φυλαχτούν χωριστά από το κοπάδι και τόσα άλλα. Τι να το έκαναν το σχολείο? Συγκεκριμένα το 1908 περίπου, στο σχολείο φοιτούσαν πολύ λίγα παιδιά και μόνο ένα κορίτσι. Παιδιά και Κορίτσι. Έτσι για να μην ξεχνάνε τις ρίζες μας. Ένα μόνο κορίτσι λοιπόν. Να σημειωθεί ότι το κοριτσάκι ήταν ορφανό από μωρό και το μεγάλωνε η μητέρα του. Πολύ προοδευτική πράγματι γυναίκα για την εποχή της, η θειά Κατερίνα  που ήθελε η κόρη της να μάθει γράμματα.

 Να μάθει γράμματα ήταν κάτι που ο παππούς της, ο μπάρμπα Διαμαντής ο Λάγγης δεν πολυκαταλάβαινε τι πράμα ήταν τούτα τα γράμματα και φυσικά  ήθελε να μάθει.  Το φυσικότερο ήταν να ρωτήσει και τι φυσικότερο από το να ρωτήσει πρώτο πρόσωπο που τα μάθαινε και ήταν μάλιστα και φρέσκα. « Μωρή Πολίτω τι είναι τι είναι τούτα τα γράμματα που μαθαίνεις» Και η μικρούλα Πολίτω σαν καλή εγγονή κάθισε και διάβασε στον Παππού της από το βιβλίο της. Άκουγε προσεκτικά ο Παππούς και όταν η μικρή τελείωσε, σκέφτηκε λίγο, κούνησε το κεφάλι του και απεφάνθη. « Ε! και τα γράμματα λόγια είναι αλλά τα  βάνανε έτσι για να λιανέψει η γλώσσα.»   

 Οι φωτογραφίες που ακολουθούν δείχνουν Ρηχιώτες σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Ξεκινούν το 1964 . Επειδή δε τραβήχτηκαν σαν αναμνηστικές  οικογενειακές , τα ίδια πρόσωπα και οι ίδιες τοποθεσίες και μάλιστα μιας συγκεκριμένης γειτονιάς, θα εμφανίζονται συχνά. Συγνώμη αλλά αυτές έχουμε αυτές  παρουσιάζουμε.

 Οι Ρηχιώτες που αναφέρονται παραπάνω είναι οι Ρηχιώτες του παρελθόντος ή έστω και του παρόντος. Υπάρχουν ευτυχώς και οι Ρηχιώτες του μέλλοντος. Τα νέα παιδιά, τα παιδιά που αρχίζουν τώρα και έχουν οράματα, όνειρα και σχέδια για αυτή τη ζωή που προσπαθούν να ξεκινήσουν, αντιμετωπίζουν τα ίδια, επί της ουσίας, προβλήματα που αντιμετώπιζαν και οι νέοι εκατό χρόνια νωρίτερα. Ίδια λοιπόν προβλήματα, ίδια διλλήματα, ίδια συναισθήματα κα ι ίδια αισθήματα. Γιατί τα αισθήματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Να θυμηθούμε και το παλιό τραγουδάκι, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.

 

                                                                                                                                                                                                                                           «Μην με στέλνεις Μάνα στην Αμερική                                                                                                                   

 Γιατί θα μαραζώσω και θα μείνω εκεί.

 Δολάρια δεν θέλω, πώς να σου το πω   

 Κάλιο ψωμί κρεμμύδι Και κείνον που αγαπώ»                                                                                                        

 

 

«