Ο Καζαντζάκης λέει ότι σε κάθε χωριό υπάρχει ένας χαζός ή ένας μεθύστακας για να περνούν οι χωρικοί την ώρα τους. Εάν δεν υπάρχει φροντίζουν να βρουν κάποιον και να τον οδηγήσουν εκεί.

Η Ρηχιά δεν μπορούσε να είναι διαφορετική. Μετά τον πόλεμο κατεξοχήν μεθύστακας ήταν ο Στουρνάρος (Νίκος Μοίρας). Θα ασχοληθούμε λίγο με αυτόν, γιατί ο άνθρωπος αυτός ήταν μία ιδιοφυΐα, εάν όχι μία Μεγαλοφυΐα. Μία αυτοκαταστροφική ιδιοφυΐα. Αν και αγράμματος είχε αναπτύξει ένα απίστευτο ταλέντο στην οδοποιία και γενικά σε γεωλογικές εργασίες . Είχε αποκτήσει τον θαυμασμό, σεβασμό και εμπιστοσύνη όλων των μηχανικών που είχαν την τύχη να δουλέψουν μαζί του. Ελάμβαναν σοβαρά τη γνώμη του στη χάραξη των δρόμων και ήταν ο εργοδηγός στην εκτέλεση τους. Ήταν ένας φιλότιμος άνθρωπος, γενναιόδωρος πάντα έτοιμος να βοηθήσει αφιλοκερδώς τους συγχωριανούς του κάνοντας προσωπικές θυσίες. Όταν μεθυσμένος δεχόταν προκλήσεις, πειράγματα προσβολές και όλα αυτά που προκαλούσαν τις λεκτικές αντιδράσεις του, ποτέ βίαιες, ποτέ αθυρόστομες, για να διασκεδάσουν και πάρα πολλοί διασκέδαζαν. Μερικοί (υπήρχαν και τέτοιοι) τον κακοποιούσαν και σωματικά, δυστυχώς. Όταν ήταν ξεμέθυστος, ποτέ δεν έδειξε κακία μίσος ή εκδίκηση προς αυτούς που τον βασάνιζαν. Κάποτε ρωτήθηκε εάν θυμάται αυτά που συμβαίνουν κατά την διάρκεια της μέθης. Η απάντηση ήταν μια συγκαταβατική πονεμένη ματιά. Στουρνάρος. Ή όπως αυτοσυστηνόταν «Νικόλαος Μοίρας. Στουρνάρος, όχι Κολιλέος» Περίγελος ενός χωριού, ένας μέθυσος, μία αυτοκαταστροφική ιδιοφυΐα, μια μεγάλη καρδιά, μια ευγενική ψυχή … ένας Άνθρωπος