Οι τροφικές ιδιαιτερότητες μιας περιοχής σε μια συγκεκριμένη εποχή εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες. Πρώτα από όλα από την ίδια την περιοχή. Οι κάτοικοι κατανάλωναν αυτά που παρήγαγαν. Ακόμα και σήμερα που οι επικοινωνίες, συγκοινωνίες και μεταφορές έχουν αναπτυχθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό, ο κανόνας αυτός ισχύει.  Οι Κινέζοι π.χ. καταναλώνουν περισσότερο ρύζι από σιτάρι, οι Μεσογειακοί λαοί περισσότερο ελαιόλαδο από σπορέλαια και ζωικά λίπη και οι Αμερικανοί περισσότερα μοσχάρια από αιγοπρόβατα κλπ. κλπ. κλπ. Αλλά και μέσα στην ίδια την περιοχή οι διατροφικές συνήθειες αλλάζουν ακολουθώντας τις περιβαλλοντολογικές αλλαγές τις περισσότερες φορές τεχνητές. Κλασικό παράδειγμα η Ρηχιά. Παλαιότερα, τα μόνα λαχανικά που κατανάλωναν το καλοκαίρι ήταν τα αρμάθια που τα ξέραιναν την άνοιξη.  Με την έλευση του νερού η Ρηχιά έχει μετατραπεί σε μποστάνι, και οι Ρηχιώτες καταναλώνουν περισσότερα κηπευτικά. Εκεί όμως που το περιβάλλον διαμορφώνει την διατροφή είναι η διαφορά μεταξύ ορεινών, μεσογείων και παραλιακών περιοχών. Π.Χ. Χταποδάκι στα κάρβουνα ή Κοκορέτσι; Κακαβιά ή Πατσάς; Μοσχάρι βραστό ή Γίδα βραστή; Μακαρόνια με κιμά ή Αστακομακαρονάδα; Η επιλογή εξαρτάται από το που.

Ο σοβαρότερος όμως παράγων που διαμορφώνει την διατροφή μιας περιοχής είναι η οικονομική κατάσταση των κατοίκων. Άλλη είναι η διατροφή των εχόντων και κατεχόντων και άλλη των μη εχόντων και μη κατεχόντων. Αν και σήμερα η διαφορά  αυτή έχει περιοριστεί αρκετά απλούστατα επειδή ο πλούτος έχει γίνει περισσότερο διάχυτος.

Για να πάρουμε μια ιδέα για την επίδραση του πλούτου στην διαμόρφωση της διατροφής, θα πρέπει να ανατρέξουμε πολλά χρόνια πίσω στην προ της Γαλλικής επαναστάσεως εποχή. Τότε που οι πολλοί δούλευαν για τους πολύ λίγους. Δηλαδή την Ευρώπη των Ευγενών και των Μαζών. Οι ευγενείς, Δούκες, Κόμητες, Βαρόνοι, Λόρδοι κλπ. είχαν συγκεντρώσει στους πύργους τους, ολόκληρες στρατιές από μαγείρους, ζαχαροπλάστες και άλλους εξειδικευμένους στην κουζίνα και την τραπεζαρία. Ένα απρογραμμάτιστο αποτέλεσμα της Γαλλικής επανάστασης ήταν ότι με την εξαφάνιση των ευγενών και των νοικοκυριών τους, ολόκληρες στρατιές αυτού του ειδικευμένου προσωπικού πέρασε στην ανεργία. Οι άνεργοι λοιπόν αυτοί προσπάθησαν να επιζήσουν κάνοντας αυτό που έκαναν όλη τους τη ζωή και που φυσικά ήξεραν να κάνουν καλύτερα. Να Μαγειρεύουν. Δημιούργησαν λοιπόν πανδοχεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία και έτσι η πολύπλοκη γαλλική κουζίνα πέρασε στις λαϊκές μάζες. Φυσικά όλοι οι Ευγενείς και της υπόλοιπης Ευρώπης διέθεταν τις δικές τους στρατιές μαγείρων, που και αυτοί διέθεταν μεγάλες ικανότητες. Η τέχνη τους όμως άργησε να διαδοθεί και παρέμεινε προνόμιο των λίγων για αρκετό καιρό. Πολλά όμως από τα μυστικά των κουζινών αυτών χάθηκαν. Τα πήραν μαζί τους οι παραμάγειροι και το σινάφι τους.

Ένα κλασικό παράδειγμα χαμένης τεχνοτροπίας στο τροφικό κύκλο αφορά και την δική μας περιοχή και πρόκειται για τον Μονεμβάσιο οίνο, το διασημότερο κρασί όλων των εποχών που παραγόταν και στη Ρηχιά, αναφερόμαστε σε αυτό το θέμα λεπτομερώς σε άλλο κεφάλαιο, του οποίου τα συστατικά και ο τρόπος παρασκευής έχουν χαθεί δια παντώς.

Η Βυζαντινή διατροφή κινείτο στα ίδια πρότυπα με αυτήν της Ευρώπης. Πλούσιοι και φτωχοί στο Βυζάντιο. Μετά την άλωση η κατάσταση παραμένει ουσιαστικά ίδια. Πασάδες και Ραγιάδες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αυτό ήταν μια μικρή εισαγωγή στο πως διαμορφώνεται η διατροφή στους πληθυσμούς. Και τώρα στα δικά μας. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω,  Δεν χρειάζεται κάποια ειδική έρευνα για να προσδιορίσουμε τα όρια του Ρηχιώτικου εδεσματολογίου. Περιορισμένες πηγές τροφίμων, περιορισμένες ποικιλίες τροφίμων, περιορισμένη οικονομική δυνατότητα και περιορισμένη ως ανύπαρκτη παράδοση. Τα βασικά τρόφιμα ήταν περίπου τα εξής: Σιτάρι, κριθάρι, φακές, λαθούρια (φάβα), χειμωνιάτικα κηπευτικά, γάλα (τυρί), μέλι, λάδι και κρέας από αιγοπρόβατα και κοτόπουλα. Τα γεύματα ήταν απλά και λιτά. Πολύ απλά και πάρα πολύ λιτά. Ένα πιάτο λάχανα με λίγο λάδι και μια περιορισμένη μερίδα ψωμιού αποτελούσαν ένα γεύμα. Μια ιστορία που έχει μείνει παροιμιώδης και έχει κυκλοφορήσει σε πολλές παραλλαγές από τότε, είναι και η εξής. Ένας νεαρός, ο μπάρμπα Γιάννης ο Καλαποδάς, Αρραβωνιάστηκε. Κάποια μέρα λοιπόν η οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς έκανε το τραπέζι στο μέλλοντα γαμπρό όπως ηταν άλλωστε η συνήθεια.  Το γεύμα έκανε τόση εντύπωση στο γαμπρό που την άλλη μέρα ανακοίνωσε στο καφενείο «Ρε παιδιά έχετε φάει δυο λογιών φαί. Και λάχανα και σκορδαλιά?!!!!» Δυό λογιών φαί στη Ρηχιά που ακούστηκε?

Τα φαγητά των Ρηχεωτών θα μπορούσαν να τοποθετηθούν σε δύο κατηγορίες. Τα φαγητά του σπιτιού και τα φαγητά του μαντριού. Όπως είναι φυσικό του μαντριού ήταν απλό πρόχειρο, ένα είδος FastFood, Αυτό ήταν κυρίως πεταρίτσες και κουκούλα και φυσικά ψωμί. Οι πεταρίτσες ήταν κάτι σαν τις αραβικές πίτες που κυκλοφορούν σήμερα. Ήταν ζυμάρι ανοιγμένο σε χοντρό φύλλο και ψηνόταν σε μια χοντρή λαμαρίνα πάνω στη φωτιά. Η κουκούλα ήταν και αυτή ζυμάρι χωρίς προζύμι, όπως και οι πεταρίτσες , πλασμένο σε μορφή λαγάνας και ψηνόταν στη χόβολη. Τα παραπάνω τα έτρωγαν με ελιές, όταν υπήρχαν, η με τυρί τρίμματα από τουλουμοτύρι όταν υπήρχαν. Υπήρχε και το φαί του χωραφιού. Αυτό αποτελείτο από ψωμί με τυρί ή ελιές. Για το θέρος όμως υπήρχε ειδικό μενού. Το μενού αποτελείτο από Νερομπαμπάλα ή σκορδαλιά. Η νερομπαμπάλα ήταν νερό με λάδι αλάτι και ξύδι. Την έφτιαναν σε μια σκουτέλα και έριχναν μέσα ξερό ψωμί. Την έτρωγαν ομαδικά με ξύλινα κουτάλια. Η Σκορδαλιά ήταν υποθέτω όπως την ξέρουμε με την διαφορά ότι την αραίωναν αρκετά με νερό και την έτρωγαν ακριβώς όπως και την νερομπαμπάλα. Αυτά τα φαγητά, είχαν αντιδιψικές ιδιότητες. Ως γνωστόν το ξύδι το χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι στρατιώτες στις πορείες τους με το νερό που έπιναν. Παρόμοιες ιδιότητες έχει και το σκόρδο.

Τους χειμωνιάτικους μήνες κύριο στοιχείο της διατροφής ήταν τα λάχανα. Τα αγριόχορτα δηλαδή. Στα βραστά περιλαμβάνονται Γκουργκουλιάνες, ρικόλια (σκουλίβρια), ρουσέλια (ζοχοί), μπρέσες, φαρμακουλήθρες, Στα γλυκά, που χρησιμοποιούνται στις πίτες και στα καλτσούνια, μαγειρεύονταν  δε και γιαχνί. Αυτά είναι καυκαλήθρες, παπαρούνες, λάπατα, και τα ήμερα σπανάκια, μαρούλια, αντίδια και πολλά άλλα.

Τα αρμάθια  είναι μια αρμαθιά από άγρια χόρτα τα οποία μαζεύουν την άνοιξη και αφού τα έχουν καθαρίσει τα περνούν σε μια κλωστή σχηματίζοντας γιρλάντες τις οποίες στη συνέχεια τις κρεμούν στη σκιά για να αφυδατωθούν και να αποξηραθούν. Σερβίρονται βραστά όπως και τα νωπά. Η μόνη διαφορά είναι ότι κατά το βράσιμο πρέπει να γίνει αλλαγή του νερού. Τα αρμάθια μαζί με τα καλτσούνια και τις γκόγκες είναι οι προτιμήσεις των θαμώνων όχι μόνο στις Ταβέρνες της Ρηχιάς και του Ζάρακα αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν επεκταθεί σε ολόκληρη την Λακωνία.

Οι Πίτες και τα καλτσούνια ανήκαν στα επίσημα φαγητά. Οι πίτες ήταν οι γνωστές χορτόπιτες όπως παρασκευάζονται σε όλη την Ελλάδα και όχι μόνο. Μια ιδιαιτερότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το γεγονός ότι τις έψηναν με δύο διαφορετικούς τρόπους. Είτε στον φούρνο όπως γίνεται και σήμερα, είτε στην παρεστιά στα κάρβουνα. Τοποθετούσαν το ταψί σε μια σιδεροστιά πάνω στα κάρβουνα. Ψηνόταν δηλαδή η κάτω πλευρά και μετά την αναποδογύριζαν στο ταψί και ψηνόταν και η πάνω πλευρά. Αυτή ήταν και η συνήθης μέθοδος. Εκτός του ότι δεν ήταν πολύ πρακτικό να κάψουν ολόκληρο φούρνο, το ψήσιμο στην παρεστιά δημιουργούσε και μια πηγή θερμότητας. Οι πίτες ,να σημειωθεί ότι, ηταν χειμωνιάτικο φαγητό. Φρέσκα χορταρικά δεν υπήρχαν το καλοκαίρι. Τα καλτσούνια παρασκευάζονται με ακριβώς τα ίδια υλικά όπως και οι πίτες. Υπάρχουν όμως πολλές διαφορές. Τα ανοιγμένα φύλλα κόβονται στα τέσσερα. Κάθε τέταρτο γεμίζεται με τα κομμένα χορταρικά. Οι άκρες διπλώνονταν  δημιουργώντας έναν φάκελο. Ψηνόνταν δε σε πλάκα, λαμαρίνα πάνω στην φωτιά, όπως οι πεταρίτσες. Σπανίως πρόσθεταν και τριμμένο τυρί. Αυτό όμως, όπως αντιλαμβάνεσθε,  θα ήταν δυό λογιών φαί. Μια άλλη πίτα ήταν (είναι ακόμα?) και η μπρούστουλα. Την έφτιαχναν με μπουλουγούρι (πληγούρι) και σερβιριζόταν με μέλι. Αυτή η πίτα έχει ψιλοκαταργηθεί. Παρασκευάζεται σε ορισμένες πανηγυρικές εκδηλώσεις που έχουν λαογραφικό χαραχτήρα. Για τους παραδοσιακούς Μαγείρους/ Μαγείρισσες παραθέτουμε μια συνταγή αυτής της πίτας.

Οι Ζαρακίτες ως Μεσογειακός λαός κάνουν μεγάλη χρήση ζυμαρικών. Στα ζυμαρικά έχουμε τις χυλοπίτες, τον ξυνοτραχανά, τα ψιλά μακαρόνια, τις γκόγκες και τα τριφτάδια. Τα τριφτφτάδια ήταν φαγητό φτωχολογιάς, δηλαδή των πάντων, αφού άπαντες ήταν φτωχοί. Τα τριφτάδια αποτελούνταν από νερό και αλεύρι. Δημιουργούσαν χαλαρούς κόκκους ζυμάρι τους οποίους αλεύρωναν και τους έτριβαν με το χέρι. Τα έβραζαν σε τσουκάλι ή τεντζερο με λίγο λάδι αλάτι και καμιά πιπερίτσα. Ήταν φυσικά χειμωνιάτικο φαγητό Οι χυλοπίτες ήταν οι γνωστές χυλοπίτες όπως τις ξέρουμε. Καταναλώνονταν νωπές ή ξεραμένες στον ήλιο. Τα ψιλά μακαρόνια ήταν ζυμάρι που το έπλαθαν σε λεπτό μακαρόνι. Όσο λεπτότερο τόσο καλύτερα. Τα έτρωγαν με τυρί και βούτυρο ή με σκορδαλιά. Και φυσικά οι  γκόγκες  το εθνικό πιάτο του Ζάρακα που έχει κατακτήσει την Λακωνία.

Οι πέτουλες είναι ένα είδος ζυμαρικού που υπάγεται μάλλον στα πρόχειρα. Είναι κουρκούτι που τηγανίζεται σε ελαιόλαδο. Είναι ένα είδος Pancake(πενκέικ). Σερβίρεται με μέλι.  

Στα όσπρια κυριαρχούσαν οι φακές και τα λαθούρια (φάβα). Τα φασόλια έπρεπε να αγορασθούν από το μπακάλικο. 

Το κρέας ήταν είδος πολυτελείας. Κρέας έτρωγαν το πολύ μια φορά την εβδομάδα οι κατέχοντες. Οι υπόλοιποι …κάθε Λαμπρή. Κύρια πηγή κρέατος ήταν τα αιγοπρόβατα και τα πουλερικά που ήταν μόνο οι κότες. Οι ποσότητες ήταν περιορισμένες επειδή περιορισμένες ήταν οι ζωοτροφές. Αυτοί που έτρωγαν συχνά κρέας ήταν οι κλέφτες. Ναι! Ναι!. Υπήρχαν κλέφτες και πολλοί μάλιστα. Μια αληθινή ιστορία είναι η εξής. Ο μπάρμπα Δημητράκης ο Λανάρης ( Δημ. Γ. Κόκκορης) είχε ένα αρνί. Όταν όμως είχαν γίνει τα σταφύλια ο μπάρμπα Δημητράκης ήταν και δραγάτης στο αμπέλι του στο Σιμισιάρι. Μαζί του στη φύλαξη του αμπελιού έπαιρνε και τον εγγονό του Μήτσο 5-6 ετών. Συγχρόνως με την φύλαξη του αμπελιού, έπρεπε να γίνει και φύλαξη του αρνιού. Οι Δραγάτες κοιμόνταν σε κρεβάτι κατασκευασμένο με κλαδιά και με τα συνηθισμένα Ρηχιώτικα στρωσίδια, πάνω σε ένα δένδρο στο ψηλότερο σημείο του αμπελιού. Πριν ανέβουν για ύπνο ο μεγάλος και ο μικρός Δημητράκης, ο μεγάλος έδεσε το αρνί στο πόδι του με ένα σχοινί. Το  χάραμα το αρνί είχε γίνει χελιδονάκι και ο μπάρμπα Δημητράκης είχε μείνει με ένα σχοινί, κομμένο με μαχαίρι, δεμένο στο πόδι του. Αυτά το 1932 περίπου. Μια που το έφερε ο λόγος στην κλεψιά, δεν έκλεβαν μόνο αρνοκάτσικα και σταφύλια. Έκλεβαν ότι μπορούσε να κλαπεί. Μια παράλειψη. Στα κηπευτικά υπήρχαν και υπάρχουν οι μπλέζες (κουκιά) και οι αγκινάρες. Ο Κοτσιμπήκος ειχε έναν κήπο με αγκινάρες. Τις οποίες φύλαγε για την γιορτή του, του Αγίου Κωνσταντίνου. Για να μην του τις κλέψουν αποφάσισε να τις φυλάξει μόνος του. Πήρε λοιπόν τα σχετικά στρωσίδια και παρά τις έντονες αντιρρήσεις και διαμαρτυρίες της Θειά Πολίτως,  μόλις σκοτείνιασε πήγε και εγκαταστάθηκε στον κήπο.   Μετά από λίγο τον πήρε ο ύπνος και άρχισε να ροχαλίζει. Μια παρέα μεταξύ των οποίων και ο Τάσης ο Κουφάκης, ο οποίος επιβεβαίωσε το γεγονός αργότερα, πέρασε τυχαία από τον δρόμο του κήπου και άκουσε το ροχαλητό. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα κατάλαβαν τι συνέβαινε. «Α! ο μπάρμπα Κώστας φυλάει τις αγκινάρες! Τι κάνουμε?»    Επέστρεψαν σε λίγο με τσακούλια και έκοψαν όλες τις αγκινάρες.  Όλες. Δεν έκοψαν μόνο τις αγκινάρες έκοψαν και αγκιναρόφυλλα με τα οποία σκέπασαν τον μπάρμπα Κώστα. Η πιθανότητα να τους ακούσει ήταν μηδαμινή γιατί ο μπάρμπας Κώστας ήταν κουφός. Το γεγονός έκανε πολύ γρήγορα το γύρο του χωριού.

«Μπάρμπα Κώστα τι έγινε? Σας έκλεψαν τις αγκινάρες?»

«Ναι όλες. Αλλά βρε παιδί μου αυτοί οι κλέφτες τι καλοί άνθρωποι. Πονόψυχοι, προνοητικοί. Φρόντισαν και για την υγεία μου. Για να μην κρυώσω και αρρωστήσω με σκέπασαν με αγκιναρόφυλλα. Κοιμήθηκα μια χαρά». Τι έκαναν όμως οι «κλέφτες όλες αυτές τις αγκινάρες? Γιατί είναι προφανές ότι αυτό το γεγονός δεν ήταν του τύπου άρπαξε να φας και κλέψε νάχεις, ήταν μία πλάκα, ένας χαβαλές. Να σημειωθεί ότι η ιστορία έλαβε χώρα το 1960 περίπου που οι αλλαγές στην κουλτούρα του χωριού είχαν αρχίσει. Όπως μου διηγήθηκε ο Κουφάκης χρόνια μετά,  τις αγκινάρες τις πέταξαν στα κεραμίδια σπιτιών. Έμειναν εκεί μέχρι τα πρωτοβρόχια οπότε από τα κεραμίδια ορισμένων σπιτιών έτρεχαν ξερές αγκινάρες , που βούλωσαν τα λούκια.

Οι τρόποι μαγειρέματος κρεάτων περιορισμένοι και λιτοί. Βραστό, κοκκινιστό με αγοραζόμενα πατάτες, ρύζι, μακαρόνια……

Ο χαρακτηριστικός τρόπος ετοιμασίας κρεατικών ήταν αυτός που οι ταβέρνες  ετοίμαζαν τους μεζέδες τους. Και αυτοί είναι Γίδα βραστή με ρίγανη,  συκωταριά στο τηγάνι και το λυμπί (Σπληνάντερο) το οποίο μας το κατάργησαν αυτοί οι Βάρβαροι Ευρωπαίοι. Αυτό που ήταν μια ιδιαιτερότητα εάν όχι μοναδικότητα είναι το αρνί σούβλας στο φούρνο. Είναι πολύ διαφορετικό από το αρνί σούβλας το γνωστό  και ως Ρουμελιώτικο. Στη Ρηχιά το αρνί το περνούν και το δένουν στη σούβλα όπως γίνεται ανά την Επικράτεια, και μετά το τυλίγουν καλά με λαδόκολλα. Στο αναμεταξύ καίνε τον φούρνο, Τον παλιό παραδοσιακό που έψηναν τα ψωμιά.  Όταν ο φούρνος είναι έτοιμος βρέχουν την λαδόκολλα και τοποθετούν την σούβλα στο φούρνο.   Σφραγίζουν ερμητικά τον φούρνο να μην παίρνει αέρα  γιατί θα πάρει φωτιά η λαδόκολλα και στη συνέχεια θα καεί και το αρνί. Στο φούρνο παραμένει περίπου τρεις ώρες.

Τα παραδοσιακά γλυκά της Ρηχιάς είναι τέσσερα. Κουραμπιέδες, μακαρούνες (μελομακάρονα), δίπλες και σαμουσάδες. Μόνο  οι σαμουσάδες έχουν τοπικό χαρακτήρα τα άλλα είναι τα γνωστά ανά το Πανελλήνιον. Άλλο ένα τοπικό γλύκισμα είναι οι καλιχέρες. Είναι ζυμάρι, με προζύμι, το οποίο πλάθουν σε χονδρό μακαρόνι και του δίνουν ελικοειδή μορφή. Τηγανίζεται σε ελαιόλαδο και σερβίρεται με μέλι. Είναι το γλυκό   της πρωτοχρονιάς.

 Εποχιακά και Περιστασιακά Φαγητά

Όπως σχεδόν παντού και πάντοτε, υπήρξαν φαγητά ανάλογα με την εποχή και τις περιστάσεις, έτσι και στη Ρηχιά. Τότε τον παλιό καιρό, πολλοί Ρηχιώτες έκτρεφαν και ένα χοιρινό, που το προόριζαν για δική τους χρήση. Τα χοιρινά αυτά τα έσφαζαν το χειμώνα. Λογικό θα ήταν να τα έσφαζαν πριν  τις γιορτές. Αλλά πριν τις γιορτές ήταν νηστεία. Οπότε το πιθανότερο είναι να τα έσφαζαν τις ημέρες των Χριστουγέννων. Τα χοιρινά τις περισσότερες φορές ηταν τεράστια, πλησίαζαν τα 150 κιλά, και ο χρόνος για την κατανάλωση τους  απαιτούσε κάποια μορφή συντήρησης.

Υπήρχαν δύο τύποι συντήρησης. Η γλίνα και το λουρί.

Η Γλίνα.

Η γλίνα ήταν ένας πολύ απλός τρόπος συντήρησης Χοιρινού κρέατος. Κόβεται το κρέας σε μικρά τεμάχια και βράζεται σε αλατισμένο νερό. Στη συνέχεια τοποθετείται σε λαήνια και σκεπάζονται με το λίπος του γουρουνιού. Ο κύριος τρόπος κατανάλωσης είναι ζεσταμένη στο τηγάνι με αβγά.

 Το Λουρί.

 Το λουρί είναι λουρίδες κρέατος από το μπούτι. Οι λουρίδες κρέμονται για να στεγνώσουν από τα υγρά τους. Στη συνέχεια αλατίζονται και κρέμονται μέσα στην καμινάδα σε ύψος που δεν φτάνουν οι φλόγες για να καπνιστεί. Για καλύτερο άρωμα προστίθεντο και κλαδιά φασκομηλιάς. Ένα είδος καπνιστού ζαμπόν δηλαδή.  Όπως και η γλίνα, με αβγά , ήταν ένα γρήγορο φαγητό.

 Δεν ήταν όμως όλα τα τμήματα του ζώου διατηρήσιμα.  Τα εντόσθια επί παραδείγματι.  Να σημειωθεί ότι για την  επεξεργασία τέτοιας ποσότητας κρέατος έβαζε πλάτη όλη η γειτονιά. Το φαγητό στο οποίο χρησιμοποιούταν τα εντόσθια τα έντερα και το στομάχι το έλεγαν Γκόνι.

 Ακολουθεί ένας κατάλογος με παραδοσιακές συνταγές.

Στην πρόσκληση μας προς τους συμπατριώτες και φίλους να συμβάλλουν στον εμπλουτισμού αυτής της ιστοσελίδας, η Ειρήνη Σακκή ανταποκρίθηκε με την δική της συμβολή προσφέροντας και την πείρα της και την εμπειρία της στην παραδοσιακή Ρηχιώτικη κουζίνα. Το άρθρο της και τις συνταγές της μπορείτε να τις βρείτε εδώ.