Ο αμπελώνας της Ρηχιάς, και του Ζάρακος γενικά, διαιρείται σε τρεις εποχές

  1. Την αρχαία εποχή, την εποχή του Αρχαίου Ζάρακος. Για την οποία δεν γνωρίζουμε και πολλά . Δηλαδή τίποτε.
  2. Την Βυζαντινή και Ενετική Εποχή. Δεν γνωρίζουμε πολλά ακόμη, αλλά πιστεύομαι ότι οι ενδείξεις που υπάρχουν είναι αρκετές να ρίξουν αρκετό φως στον γνωστότατο μεν μυστηριώδη δε Μαλβαζία.
  3. Την μετά την το 1821 Εποχή

Για την ιστορία του Ζάρακα δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία για την προ του 21 περίοδο. Οι αμπελώνες λοιπόν αρχίζουν το 1830 με την επανακατοίκηση της Ρηχιάς. Τα πρώτα αμπέλια φυτεύτηκαν στα ισιώματα του λεκανοπεδίου. Πιο συγκεκριμένα στην περιοχή από την Παλιοκαλύβα, το Σιμισιάρι, το Θοδωράκη μέχρι την Ντανίκα και τον Πανολόγγο. Στις άνω περιοχές διατηρούνται ακόμη περίπου 30 παλιοί ληνοί. Η γενική άποψη ήταν ότι οι Νεορηχιώτες που εισέβαλαν στην περιοχή, φύτεψαν τα αμπέλια τους και έχτισαν τους ληνούς τους. Λάθος. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Μονεμβασίας, οι ληνοί αυτοί είναι προ Τουρκοκρατίας. Είναι δηλαδή οι ληνοί στους οποίους πατιόταν τα σταφύλια του Μονεμβασίου Οίνου του θρυλικού Μαλβαζία. Τι έκαναν δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι; Είδαν τους πολλούς ληνούς και είπαν. «ΑΑ! Εδώ ευδοκιμούν τα αμπέλια». Και πολύ σωστά φύτεψαν τα αμπέλια τους γύρω από τους υπάρχοντες ληνούς.

Εδώ αρχίζουν μερικά ερωτήματα. Για αυτά τα αμπέλια τι φυτώρια χρησιμοποιήθηκαν? Έχει παρατηρηθεί ότι στις μετακινήσεις, ιδιαίτερα στις μαζικές, οι πρόσφυγες φέρουν μεταξύ άλλων και φυτά της πατρίδος τους. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η εγκατάσταση στο Ζάρακα έγινε από ολιγομελείς οικογένειες προερχόμενες από την Αργολιδοκορινθία, κυρίως Σπετσες,  και την περιοχή του Ταϋγέτου στη Σπάρτη. Δεν υπάρχουν όμως ποικιλίες σταφυλιών αυτών των περιοχών στο Ζάρακα. Είναι λοιπόν προφανές ότι τα αμπέλια που φυτεύτηκαν προέρχονταν από τις παλιές εγκαταλελειμμένες  ποικιλίες. Οι ίδιες, από τις οποίες παρασκευαζόταν ο θρυλικός Μαλβαζίας. Πριν 3-4 χρόνια έγινε μια προσπάθεια να γίνει μοριακή ανάλυση των ποικιλιών αυτών ( Μαύρο Ζάρακος, Κυδωνίτσα Ζάρακος και Μαύρη Θράψα), από τον αρμόδιο φορέα, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο. Η προσπάθεια αυτή σταμάτησε για λόγους χρηματοδότησης. Θύμα και αυτή της κρίσεως.

Ο Μονεμβάσιος Οίνος ή Μαλβαζίας όπως ονομαζόταν στη Δύση, είχε πάρει το όνομα του από τον τόπο παρασκευής του που ήταν η περιοχή της Μονεμβάσιας. Φορτωνόταν σε καράβια από τα λιμάνια της Παλιάς Μονεμβάσιας και Γέρακα Το Πόρτο Καντένα όπως το έλεγαν οι Ενετοί. Είναι φυσιολογικό, όταν πρόκειται για εξαγωγές το εμπόρευμα να φορτώνεται σε πλοία όσο το δυνατόν κοντύτερα στον τόπο παραγωγής για να περιορίζεται η διά ξηράς μεταφορά, που είναι δύσκολη, πολύ δε περισσότερο τότε που δεν υπήρχαν κατάλληλοι δρόμοι. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι ο Μαλβαζίας παραγόταν πλησίον των λιμανιών αυτών. Στη Ρηχιά υπάρχει και ένα κάστρο, το Κάστρι, που χτίστηκε την ίδια περίπου εποχή και δεσπόζει της πρόσβασης προς τους όρμους της Βληχάδας και Παλουγγέρι. Σκοπός αυτού του κάστρου ηταν να προστατεύει το λεκανοπέδιο της Ρηχιας από θαλασσινές επιδρομές. Τι πολύτιμο υπήρχε στην περιοχή που χρειάστηκε να κατασκευαστεί κάστρο για να το προστατεύσει; Η απάντηση είναι απλή. Οι φυτείες του Μαλβαζία. Πολλές περιοχές, από τις Κυκλάδες μέχρι την Κρήτη, την Ιταλία και την Ισπανία παρασκεύαζαν κάποιο κρασί που το πουλούσαν σαν Μαλβαζία. Ο λόγος ηταν προφανής. Εκμεταλλεύονταν την εμπορευσιμότητα του ονόματος. Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και στην εποχή μας. Πριν μερικά χρόνια διάφορες εταιρίες ποτοποιίας, σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και οι Ελληνικές Μεταξάς και Βότρυς παρασκεύαζαν και πουλούσαν ένα προϊόν, ένα μπράντι που το ονόμαζαν Κονιάκ και το οποίο κυκλοφορούσε στις διεθνείς αγορές. Κονιάκ είναι ένα ονομαστό μπράντι που παράγεται στη συγκεκριμένη περιοχή Cognac της Γαλλίας. Οι διάφορες ποτοποιίες λοιπόν χρησιμοποιούσαν αυτό το όνομα για εμπορικούς λόγους. Παρενέβη όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση και απαγόρευσε την ονομασία Cognac παρά μόνο σε ποτοποιίες αυτής της περιοχής. Κάτι παρόμοιο έγινε και με τον Μαλβαζία, όταν απέκτησε τη φήμη όλες οι οινοπαραγωγικές περιοχές άρχισαν να τον αντιγράφουν και γέμισε ο κόσμος Μαλβαζίες μαϊμού. Δεν υπήρχε τότε Ευρωπαϊκή Ένωση να τους το απαγορεύσει. Αλλά η ασέλγεια επί του Μαλβαζία συνεχίζεται και σήμερα. Συνταγή για τον Μαλβαζία δεν έχει εντοπισθεί. Κοινή λογική υπαγορεύει ότι παρασκευαζόταν από τοπικές ποικιλίες. Οι παλιές ποικιλίες που συναντώνται αποκλειστικά στη Λακωνία είναι τρεις. Το Ζαρακείτικο Μαυράκι, Η Μαύρη Θράψα και η Ορεινή Κυδωνίτσα. Το 2010 Πέρασε νόμος που προσδιορίζει ότι ο «Μονεμβάσιος Οίνος-Malvasia » είναι ΠΟΠ (Προστατευμένη Ονομασία Προελεύσεως). Η σχετική νομοθεσία ΦΕΚ 1125/Β/23.7.2010 ορίζει ότι το κρασί αυτό θα παράγεται στους πρώην Δήμους Μονεμβασίας, Βοιών, Ασωπού και Μολάων. Και ο όμορος Δήμος Ζάρακα; Μία περιοχή δηλαδή που στην εποχή του Μαλβαζία υπήρχαν τριάντα περίπου ληνοί σε μια έκταση 2000 περίπου στρεμμάτων. Τι πατούσαν σε αυτούς τους ληνούς; Βελανίδια; Η νομοθεσία περιγράφει επίσης και τις ποικιλίες από τις οποίες θα παρασκευάζεται αυτό το κρασί. Οι ποικιλίες αυτές είναι Μονεμβασία, Ασύρτικο, Ασπρούδες και Κυδωνίτσα. Τι είναι εδώ; για γέλια ή για κλάματα; Ασύρτικο στη Λακωνία; Που το έκρυβαν τόσους αιώνες; Επίσης και η ποικιλία Μονεμβασιά δεν υπάρχει στη Λακωνία. Είναι μια ποικιλία που καλλιεργείται στις Κυκλάδες, κυρίως στην Πάρο. Εδώ προκύπτει το αιώνιο ερώτημα, Η κότα ή το αβγό; Το κρασί ονομάστηκε Μονεμβάσιος από την ποικιλία από την οποία παραγόταν ή οι Κυκλαδίτες μετονόμασαν την ποικιλία τους να εκμεταλλευτούν για εμπορικούς λόγους τη φήμη του κρασιού; Η γνώμη μας είναι ότι συμβαίνει το δεύτερο. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με την σημερινή νομοθεσία. Πήραν ένα παρασκεύασμα που ελάχιστη σχέση έχει με τον αρχικό και το ονόμασαν Μαλβαζία. Ένα εμπορεύσιμο παρασκεύασμα είναι θεμιτό. Ο Μαλβαζίας όμως είναι ένας θρύλος, και τους θρύλους οφείλομαι να τους σεβόμεθα. Τα παραπάνω είναι απόψεις που απορρέουν από ενδείξεις γιατί γραπτές αποδείξεις δεν έχουν πέσει στην αντίληψη μας. Θα παρακαλέσουμε αν κάποιος έχει στοιχεία που αποδεικνύουν κάτι διαφορετικό να μας τα δώσει να τα παρουσιάσουμε και εάν κάνουμε λάθος να ζητήσουμε συγνώμη.

Το Ρηχιώτικο κρασί λοιπόν χωρίζεται σε τρείς περιόδους

Των αρχαίων χρόνων για τον οποίο δεν γνωρίζομαι απολύτως τίποτε.

Των Βυζαντινών χρόνων. Ελέχθησαν αρκετά ήδη

Των νεοτέρων χρόνων. Το κρασί των νεοτέρων χρόνων, μετά την επανάσταση, είναι ένα ροζέ που παράγεται από μείγμα δεκαπέντε περίπου ποικιλιών. Για τις ποικιλίες αυτές αναφερόμεθα σε άλλο κεφάλαιο. Τα τελευταία χρόνια γίνονται πειράματα από τον Θοδωρή Κόκκορη ή Μπήκο (Εγώ είμαι αυτός) για την παραγωγή κόκκινου κρασιού από Ζαρακείτικο και θράψα και λευκό από Κυδωνίτσα. Τα αποτελέσματα είναι πολύ ενθαρρυντικά. Τα κρασιά αυτά που δεν εμπορεύονται, θα τα παρουσιάσουμε λεπτομερώς σε άλλο κεφάλαιο.

Σε αυτή τη φάση θα αναρτήσουμε σε φωτογραφίες μερικούς από τους ληνούς. Στόχος είναι να τους δείξουμε όλους.

 

Η χρονική διάρκεια του Ρηχιώτικου κρασιού μπορεί να εκτιμηθεί από διάφορες εγκαταστάσεις που έχουν εντοπισθεί στην περιοχή. Η πρώτη είναι αυτό που ασφαλώς είναι μια πέτρινη βάση στροβιλιών και βρίσκεται στο Τζέρτζι, στη Ρηχιά. Την ηλικία της δεν μπορούμε εμείς να την εκτιμήσουμε, αλλά από τον βαθμό διάβρωσης που έχει υποστεί πρέπει να είναι πολύ πριν των Βυζαντινών Χρόνων. Μία άλλη πέτρινη βάση στροβιλιών βρίσκεται στον Αρχαίο Ζάρακα . Αυτή είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση, που πιθανώς να οφείλεται στο ότι είναι από διαφορετικό πέτρωμα. Και φυσικά υπάρχουν οι βάσεις δρύινων των στροβιλών της εποχής μας. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι το σχήμα τους και οι διαστάσεις τους. Η διάμετρος τους είναι για τις πέτρινες είναι 60 εκατοστά, οι δε δρύινες είναι περίπου 50-55 εκατοστά. Η διάμετρος στις δρύινες καθοριζόταν από τη διάμετρο της βελανιδιάς. Είναι εμφανές λοιπόν ότι στο Ζαρακα υπάρχουν αμπέλια από αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα