Αυτό το κεφάλαιο ασχολείται με την Αμπελουργία και Οινοποιία και αποτείνεται στους Αμπελουργούς/Οινοποιόυς του παρόντος αλλά κυρίως του μέλλοντος. Θα χρησιμοποιηθούν φράσεις και ορισμοί άγνωστοι στο ευρύ κοινό. Με άλλα λόγια θα είναι Βαρετό και Ανιαρό.

 Σε όλα τα προηγούμενα Κεφάλαια ασχοληθήκαμε κυρίως με το παρελθόν και λίγο με το παρόν. Σε αυτό το κεφάλαιο θα ασχοληθούμε με το παρόν και την επίδραση του στο μέλλον. Επίσης αυτό το κεφάλαιο έχει έναν πολύ προσωπικό τόνο. Βασίζεται σε δικές μου προσωπικές εμπειρίες   που απορρέουν από δικές μου ενέργειες.

Το Ρηχιώτικο κρασί των νεωτέρων χρόνων ήταν ένα αξιολογότατο κρασί. Ήταν χαρμάνι 12-13 περίπου ποικιλιών. Βάση του κρασιού αυτού ήταν το Μαυρούδι Ζάρακος. Το Ζαρακείτικο, όπως το έχω βαφτίσει εγώ, κατά 75% περίπου.   Ενώ σε παλαιότερα αμπέλια ξεπερνούσε το 85%. Το υπόλοιπο 15% αποτελείτο από Βοϊδομάτη, Άσπρο, Ασπροβαριά, Κυδωνίτσα, Θράψα, Μοσχάτο, Γλυκερήθρα, Κέρινο. Τα επιτραπέζια Κρουστάλι και Αγούμαστο σπάνια χρησιμοποιούνταν στο κρασί. Κατά τον μεσοπόλεμο διάφορες ποικιλίες έκαναν την εμφάνιση τους. Με το Φιλέρι (Φιλέρι Μενιδίου) φυτεύτηκαν ολόκληροι αμπελώνες όπως αυτοί του Παπαλάμπρου. Δεν γνωρίζω από πού και πως προέκυψε αυτή η ποικιλία.  Με την ερήμωση της υπαίθρου, τις δεκαετίες 60, 70, 80 εξαφανίστηκαν τα περισσότερα αμπέλια. Με την ανάκαμψη της περιοχής, άρχισαν να αναφυτεύονται αμπέλια. Ενδιάμεσα όμως είχε πραγματοποιηθεί όχι μόνο πανελληνοποίηση, αλλά και παγκοσμιοποίηση, με αποτέλεσμα να εισβάλουν στον Ρηχιώτικο αμπελώνα όχι μόνο Ελληνικές ποικιλίες ( Αγιωργίτικο, Μοσχοφίλερο κλπ) αλλά και οι Γαλλικές ποικιλίες (CabernetSyrahMerlot Chardonnay κλπ )

Πριν την δεκαετία του 90 το Ρηχιώτικο κρασί παρασκευαζόταν με τον ίδιο τρόπο για τα τελευταία 150 τουλάχιστον χρόνια. Όπως έχει αναφερθεί και αλλού τα αμπέλια κάλυπταν ολόκληρο το λεκανοπέδιο, από την Παλιοκαλύβα μέχρι τον Πανωλόγγο. Κάθε αμπέλι είχε τον δικό του ληνό στον οποίο μεταφέρονταν τα σταφύλια κατά τον τρύγο. Το πάτημα γινόταν μερικές φορές την ίδια μέρα. Συνήθως όμως γινόταν πολύ πρωί την επομένη. Μερικοί παραγωγοί τα άφηναν στο ληνό 2-3 ημέρες ’να πάρει χρώμα’ το κρασίΑυτή η τακτική εγκυμονούσε κινδύνους να δημιουργηθούν μύκητες  που θα επιδρούσαν αρνητικά.   Το πάτημα γινόταν με γυμνά πόδια. Τα τσιμπήματα από σφήκες ή μέλισσες ήταν συχνά αλλά αμελητέα. Ο μούστος έτρεχε στο πολέμι και από εκεί συλλεγόταν με την Μπότσα.  Ο μούστος μετριόταν με την μπότσα, μονάδα μέτρησης όγκου, ενετικής προέλευσης, που ισοδυναμούσε με δύο Οκάδες Μούστο ( 2.530 κιλά), ή μήπως ήταν τρεις οκάδες ( 3.8 κιλά), ή μήπως ήταν κάτι άλλο?  Η εγκυκλοπαίδεια Ήλιος μας λέει δύο οκάδες μούστο. Στο διαδίκτυο βρήκαμε πολλές αναφορές στο λήμμα μπότσα.  Οι μισές δίδουν δύο οκάδες και οι άλλες μισές τρεις .  Εμείς πάντως μετρήσαμε μια που βρέθηκε πρόχειρη στο χωριό.  Αποτέλεσμα? 2.70 κιλά νερό ή 2.100 οκάδες νερό ή  2.65  οκάδες μούστο. Ένας κακόπιστος και πονηρός νους πιθανόν να υπέθετε ότι οι έμποροι διέθεταν δύο μπότσες. Μία για να αγοράζουν (μεγαλύτερη) και μία για να πουλάνε (μικρότερη).  Από το πολέμι ο μούστος μεταφερόταν με ασκούς, τα τουλούμια, στον τόπο αποθήκευσης και τοποθετείτο στα βαρέλια. Όταν η σοδειά ήταν καλή και γέμιζαν τα βαρέλια ο υπόλοιπος μούστος ετοποθετείτο σε μικρές λαήνες, τα κιούπια.

Ο μούστος στα κιούπια ψηνόταν γρηγορότερα από τα βαρέλια και κατά του Αγίου Δημητρίου είχαν περίπου εξαντληθεί. Αυτός ήταν άλλωστε και ο προορισμός τους. Τα βαρέλια, ξύλινα,  τα ετοίμαζαν από το καλοκαίρι. ειδικοί τεχνίτες, οι βαρελάδες,  τα διέλυαν, έξυναν και έκαιγαν τις δόγες και τα συναρμολογούσαν ξανά.  Μετά τον πόλεμο δεν υπήρξαν Ρηχιώτες βαρελάδες. Οι βαρελάδες αυτής της εποχής ήταν από τον Άγιο Ιωάννη Μονεμβασίας.

Με την εξαφάνιση των αμπελιών εγκαταλείφθηκαν  οι παλιοί ληνοί και χτίστηκαν μερικοί καινούριοι σε κατώγια σπιτιών. Συγχρόνως τα ξύλινα βαρέλια αντικαταστάθηκαν με πλαστικά. Τα 4-5  τελευταία χρόνια, τα σταφύλια μεταφέρονται με τα αγροτικά στα σύγχρονα πατητήρια της περιοχής, και παίρνουν το μούστο έτοιμο, συνήθως την επόμενη ημέρα, αφού έχει υποβληθεί σε εκχείλιση 24 περίπου ωρών.  

‘Όπως βλέπετε το κρασί αυτό δεν έχει και μεγάλη σχέση με αυτό που λεγόταν Ρηχιώτικο κρασί. Έχει αλλοιωθεί η πρώτη ύλη με εισβολή Ελληνικών και ξένων ποικιλιώνόπως και τον τρόπο  παρασκευής.  Παραμένει όμως το περιβάλλον και το κλίμα.  Αυτά που αναφέρονται στις δικές μου ετικέτες των φιαλών, για υψόμετρο, θερμοκρασίες, και αέρηδες είναι πολύ σοβαροί παράγοντες στην δημιουργία του κρασιού. Ιδιαίτερα η διαφορά θερμοκρασίας ημέρας-νύχτας χοντραίνει την φλούδα της ρώγας. Είναι η φλούδα και η περιοχή αμέσως κάτω από τη φλούδα όπου δημιουργούνται όλα εκείνα τα συστατικά ( χρωστίνες, τανίνες, αρωματικά έλαια κλπ) που κάνουν τη διαφορά σε ένα μεγάλο κρασί.  

Γενικά λοιπόν το Ρηχιώτικο κρασί έχει αλλάξει. Προς το καλύτερο? προς το χειρότερο? Εδώ έρχεται το αιώνιο ερώτημα τι είναι καλύτερο? Τρώμε (πίνουμε) αυτό που μας αρέσει? Ή μας αρέσει αυτό που τρώμε (πίνουμε)?  Προφανώς το δεύτερο. Μας αρέσει αυτό που έχουμε συνηθίσει,  αυτό στο οποίο έχουμε εθιστεί.

Οι προγονοί μου οι Μπηκέοι ήταν κτηνοτρόφοι/αμπελουργοί για τέσσερες τουλάχιστον γενιές. Τα Μπηκέικα ήταν στο Σιμισιάρι και το Μάρκο μαζί με τα Λαναραίικα. Το αμπέλι του προπάππου μου Μητρομπήκου ξεριζώθηκε από το Κοτσιμπήκο, τον Πατέρα μου,και τον Περήφανο, κληρονόμο του Γιωρμπήκου, αδελφό του παππού μου,  στις αρχές της δεκαετίας του 60. Το μόνο αμπέλι που βρήκα ήταν 70-80  κλήματα στο αμπελάκι στο σπίτι.

Αυτά τα κλήματα καταστράφηκαν κατά την επισκευή του σπιτιού το 1994. Φυτεύτηκε δε ξανά το 1998.  Δεν θα σταθούμε πολύ σε αυτό το αμπέλι που είναι έργο ενός ατζαμή που είχε σύμβουλο έναν ημιατζαμή.  Είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Σήμερα η συμβολή αυτού του αμπελιού στην παραγωγή είναι μάλλον αμελητέα. Χρησιμεύει περισσότερο για καλλωπιστικούς λόγους, για να φιλτράρει τη σκόνη και να ελαττώνει τους θορύβους  του δρόμου.

Το 2002 αποφασίστηκε να γίνει εγκατάσταση ενός καινούριου αμπελιού. Θα αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτό το θέμα το οποίο είναι ουσιαστικά ένα εγχειρίδιο για αμπελουργούς, ιδιαίτερα για αυτούς που σχεδιάζουν ή  φιλοδοξούν να γίνουν.  Θα αναφερθώ αναλυτικά σε αυτό το θέμα για δύο λόγους. Πρώτον γιατί ορισμένες ενέργειες είναι παράδειγμα προς μίμηση και δεύτερον και σπουδαιότερο, μερικές άλλες, είναι παράδειγμα προς αποφυγήν.

Επιλογή τοποθεσίας.

 Σωστή. Χωράφι τραγάνα με πολύ καλό χώμα. Εναλλαχτή επιλογή ήταν το παλιό αμπέλι του Παππού στο Μάρκο. Μειονέκτημα ήταν τυφλό και θα χρειάζονταν και χωματουργικές εργασίες. Ο δε ληνός τότε ήταν απλώς ο Ληνός του Παππού. Πριν δύο χρόνια διαπιστώθηκε ότι όλοι οι παλιοί ληνοί της περιοχής είναι της Βυζαντινής περιόδου. Ληνοί στους οποίους παρασκευαζόταν ο θρυλικός Μαλβαζίας. Εάν ήταν τότε γνωστό θα άλλαζε κάτι? Πολύ πιθανόν.

Επιλογή Ποικιλίας 

 Ντόπιες ποικιλίες. Πάρα πολύ σωστή.  Ο σχεδιασμός ήταν 500 Ζαρακείτικο, 250 Κυδωνίτσα,  και 30 Αγούμαστο. Δεν είχε προγραμματιστεί καθόλου Θράψα.

Τρόπος Φυτέματος

 Μονόπλευρο γραμμικό από Βορρά προς Νότο. Σωστός.  Έχει καλύτερη αντίσταση στους ισχυρούς ανέμους. Η απόσταση των γραμμών, 1.60 μέτρα, είναι αρκετή για άνετο φρεζάρισμα και οι φυλλωσιές σκιάζουν το χώμα προστατεύοντας το από  υψηλές θερμοκρασίες. Για μεγάλα αμπέλια που θα χρειαστεί τρακτέρ η απόσταση θα πρέπει να είναι περίπου 2 μέτρα. Το ύψος της πρώτης ούγιας 50 εκατοστά, είναι το πλέον κατάλληλο για τις ρηχιώτικες οινοποιήσιμες ποικιλίες. Η απόσταση των κλημάτων ενενήντα εκατοστά, αρκετή για την ανάπτυξη τεσσάρων κεφαλών. Η θράψα ως γνωστόν είναι κλήμα κληματαριάς. Έχει μακριές βέργες και πολύ μεγάλα σταφύλια. Έχει μετρηθεί σταφύλι 3.050  κιλά.  Χρειάζεται λοιπόν διαφορετικό χειρισμό. Αμφίπλευρη διάπλαση, για καλύτερη υποστήριξη. Ύψος πρώτης ούγιας 90 εκατοστά, Απόσταση μεταξύ γραμμών 1.80-2.00 μέτρα και  απόσταση μεταξύ κλημάτων 1.50 μέτρα. Όλα αυτά για να δοθεί στο κλήμα χώρος να αναπτυχθεί. Να σημειωθεί ότι η θράψα κλαδεύετε στα τέσσερα μάτια, όπως οι περισσότερες κληματαριές.  

Τα Λάθη

Τα φύτεμα έγινε με βέργες με τον παραδοσιακό τρόπο. Η μέθοδος αυτή επιλέγει κάτω από τον οίστρο του παραδοσιασμού.  Μεγάλο λάθος Για ένα αμπέλι 1.250 στρεμμάτων θα φυτευτούν, σύμφωνα με τις παραπάνω προδιαγραφές 800 κλήματα. Για να επιλεγούν οι 800 βέργες πρέπει να εξασφαλισθούν κατά το κλάδεμα 1000 βέργες. Είναι υπερβολικά δύσκολο να συγκεντρωθούν 1000 καβαλάρηδες από συγκεκριμένες ποικιλίες, ιδίως Κυδωνίτσες που οι βέργες είναι κοντές και λεπτές.  Επίσης μερικοί από αυτούς που συνέλεξαν το φυτό δεν ήξεραν την διαφορά μεταξύ Ζαρακείτικου, Φιλεριού, Χαρακειώτικου, Αθηναίου,  Βοϊδομάτη ή Σκυλοπνίχτη. Το ίδιο ίσχυε και τα λευκά. Το φύτεμα γενικά πήγε πολύ καλά. Είχαμε περίπου 80% επιτυχία. Τα άσχημα νέα είναι ότι παρουσιάστηκαν 16 ποικιλίες και μόνο 40 Κυδωνίτσες.  Την επόμενη χρονιά οι αστοχίες συμπληρώθηκαν με Κυδωνίτσες . Τα αποτελέσματα ήταν ελαφρώς καλύτερα. Πίνακας Ι είναι μια απεικόνιση του αμπελιού το 2007. Ελαφρώς καλύτερα αλλά όχι ικανοποιητικά. Οι δέκα έξη ποικιλίες ήταν απαράδεκτες. Στόχος ήταν και παραμένει Ζαρακείτικο 65%, Κυδωνίττρσα 25%, Θράψα 10%.

Καταρχήν προσπάθησα να αλλάξω τις ανεπιθύμητες ποικιλίες με την μέθοδο του κεντρώματος. Η πρώτη προσπάθεια  έγινε από κάποιον ειδικό κεντρωτή από τα Παπαδιάνικα.  Επιτυχία 17%. Διαβάζοντας όλα τα σχετικά βιβλία περί κεντρώματος, προσπάθησα μόνος μου δύο συνεχείς χρονιές. Απόλυτος αποτυχία.  Αποτάθηκα σε έναν φυτοριούχο της Νεμέας. Αναλάμβανε το κέντρωμα για εκατό περίπου κλήματα με εγγύηση επιτυχίας 90%.Απλώς θα έπρεπε να ξέρει το υποκείμενο υβρίδιο που είχε αρχικά φυτευτεί. Όταν του είπα ότι είχαν φυτευτεί βέργες μου απάντησε ότι σε αυτή την περίπτωση   δεν αναλαμβάνει γιατί τα ποσοστά επιτυχίας δεν θα υπερβούν το 15%-20%. Δίδαγμα. Όταν φυτεύεις βέργες να ξέρεις ότι πολύ δύσκολα θα μπορέσεις να αλλάξεις κάτι. Γνωρίζοντας πλέον αυτό ξερίζωσα όλες σχεδόν τις ανεπιθύμητες ποικιλίες 98 τον αριθμό, και τις αντικατέστησα με Κυδωνίτσες. Έπιασαν οι ενενήντα τέσσερες. Απίστευτη επιτυχία. Το πρόβλημα με το φύτεμα νέων φυτών σε υπάρχον αμπέλι είναι ότι δεν προοδεύουν. Το αμπέλι διαθέτει ένα πολύπλοκο διαπλεκόμενο ριζικό σύστημα που εμποδίζει το ρίζωμα του νέου φυτού να αναπτυχθεί. Οι καταβολάδες είναι μια μέθοδος αναπαραγωγής με την προϋπόθεση το διπλανό κλήμα να είναι αποδεκτό. Να σημειωθεί πάντως ότι οι καταβολάδες απαγορεύονται από την ΕΕ.

Σύντομος Οδηγός Εγκατάστασης Αμπελιού στη Ρηχιά

Τοποθεσία

Επιλέγουμε το χωράφι. Οποιοσδήποτε χώρος από την Παλιοκαλύβα το Σιμισιάρι, το Μάρκο, το Θοδωράκη, την Ντανίκα είναι καλός. Εάν δε υπάρχει και κανένας παλιός ληνός ακόμη καλύτερα. Κάτι ήξεραν αυτοί που τον έχτισαν.

Καθαρίζουμε το χωράφι από κάθε βλάστηση πέτρες κλπ . Τσάπα, Μπουλντόζα μάλλον θα χρειαστούν. Τρακτέρ για βαθειά άροση. Λίπανση.  120-150 σακιά κοπριά ανά στρέμμα. Μια που γίνεται, να γίνει Οικολογικό.

Περίφραξη

 Ξέφραγο αμπέλι γίνεται?  Δεν γίνεται.

Οι παραπάνω εργασίες πρέπει να αρχίσουν ένα χρόνο νωρίτερα. 

Φύτεμα

Η δική μου συμβουλή που είναι και υποχρεωτική για αμπέλια προς εκμετάλλευση, μεγαλύτερα δηλαδή του ενός στρέμματος, από την ΕΕ, είναι να φυτευτούν κεντρωμένα άγρια υβρίδια. Αυτά τα φυτώρια είναι  διαθέσιμα από τους φυτωριούχους στη Νεμέα. Οι φυτωριούχοι διαθέτουν φυτώρια όλων των γνωστών ποικιλιών. Μεταξύ των οποίων και Κυδωνίτσα. Η Κυδωνίτσα όμως αυτή δεν είναι η δική μας, η Ορεινή Κυδωνίτσα Ζάρακος όπως την έχω βαφτίσει εγώ. Για τις δικές μας ποικιλίες τις οποίες συνιστώ απροφύλακτα, θα χρειαστούν 15 μήνες για τον φυτουριούχο να ετοιμάσει το φυτώριο. Για αυτό το σκοπό ο φυτωριούχος θα χρειαστεί για 1000 φυτώρια 200-300 βέργες, οι οποίες δεν είναι απαραίτητα καβαλάρηδες. Πριν αρχίσει η συλλογή των βεργών μια συνεννόηση με τον φυτωριούχο είναι απαραίτητη. Η τοποθέτηση της βέργας στο έδαφος να γίνει συμφωνα με τις οδηγίες του φυτωριούχου. Τον πρώτο χρόνο κατά το κλάδεμα, αφήνουμε τα δύο πρώτα μάτια και αργότερα, όταν θα έχουν διαμορφωθεί οι βέργες αφήνουμε μόνο μια. Αυτή πλησιέστερα στο έδαφος και η οποία διαμορφώνεται όπως αναφέρεται σε άλλη παράγραφο.

Πότισμα.

Το πότισμα τον πρώτο χρόνο γινόταν κάθε δύο εβδομάδες με δέκα λίτρα στο κάθε κλήμα. Τον δεύτερο χρόνο το πότισμα γινόταν κάθε τρεις εβδομάδες. Τον τρίτο χρόνο σταμάτησε το πότισμα.

Κλάδεμα/Φύλλο

Το κλάδεμα και το ξεφύλλισμα γίνεται με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να διατηρούνται οι τέσσερες κεφαλές με δύο κληματίδες εκάστη.  Επειδή διαφέρει από το σύνηθες κλάδεμα χρειάζεται μια μικρή εκπαίδευση.

Τρύγος

Ο τρύγος πραγματοποιείται όταν τα σάκχαρα έχουν υπερβεί τα 14 γράδα για τις κόκκινες ποικιλίες και περίπου τα 12 για την Κυδωνίτσα.

Οινοποιώ μόνο Τα Ζαρακείτικα, τις Θράψες, Αγούρμαστα  και τις Κυδωνίτσες.

Η οινοποίηση γίνεται στο ειδικά διαμορφωμένο οίκημα. <<Οίνου Μέλαθρον, το Οινεργαστήρι του Θοδωρή» γράφει η Πινακίδα.  Στον επάνω όροφο είνα το πατητήρι,  ο σπαστήρας, κλούβες και οτιδήποτε άλλο. Στο ισόγειο είναι οι ανοξείδωτες δεξαμενές τα βαρέλια και το εμφιαλωμένο κρασί.

Πάτημα

Το πάτημα γίνεται με ηλεκτρικό σπαστήρα που ξεχωρίζει τα στέμφυλα (ρουφάδες).

Εκχείλιση

Εκχείλιση είναι το βράσιμο του μούστου μαζί τε τις φλούδες. Η εκχείλιση γίνεται σε ανοξείδωτες δεξαμενές, διαμορφωμένες για αυτό το σκοπό. Μετά από πειράματα εννέα  ετών κατέληξα στο συμπέρασμα ότι για τις Ρηχιώτικες ποικιλίες, αυτές τουλάχιστον που οινοποιώ εγώ, τα καλύτερα αποτελέσματα αποφέρει εκχείλιση επτά ημερών. Μετά τις επτά ημέρες αφαιρούνται  τα τσίπουρα, στύβονται και ο μούστος επανατοποθετείται στις δεξαμενές για την ζύμωση. 

Η Κυδωνίτσα δεν χρειάζεται εκχείλιση. Μετά το πάτημα στύβονται τα τσίπουρα  και ο μούστος τοποθετείται στη δεξαμενή για τη Ζύμωση.

Ζύμωση

Η ζύμωση γίνεται όπως όλες οι ζυμώσεις. Συχνά ανακατέματα, παρακολούθηση της θερμοκρασίας και φυσικά εκτέλεση των εντολών του Οινολόγου. Οι οινολόγοι θέλουν τα κρασιά στους 12.5 βαθμούς. Εγώ θέλω τα κόκκινα στους 13.5-13.8 και την Κυδωνίτσα στους 12.

Ωρίμανση 

Τα κόκκινα κρασιά τοποθετούνται σε Γαλλικά δρύινα βαρέλια radoux. Το πρώτο 5 ετων είναι μετρίων κόκκων ( Medium  grainκαι το άλλο δύο ετών, μικρών κόκκων (Fine grain).  Η χρήση αυτών των βαρελιών δεν πρέπει να υπερβαίνει τα έξη χρόνια. Παρατήρησα ότι για βαρέλια μετρίων κόκκων η ωρίμανση πρέπει να είναι 6 μήνες . Για τους μικρούς κόκκους η ωρίμανση πρέπει να είναι 12 μήνες. Για καθαρά πρακτικούς λόγους συνιστώνται τα βαρέλια μικρών κόκκων.

Εμφιάλωση

Η εμφιάλωση γίνεται με μικρό χειροκίνητο εμφιαλωτήρα. Οι φελλοί είναι φυσικοί δεκαετούς εγγύησης. Η αποστείρωση των μπουκαλιών γίνεται όπως η αποστείρωση των μπουκαλιών των μωρών. Η εμφιάλωση τους χειμερινούς μήνες όταν έχει η ολοκληρωθεί η ζύμωση ούτως ώστε όταν ολοκληρώνεται η εμφιάλωση τα βαρέλια να γεμίζονται με την καινούρια σοδειά.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω η εγκατάσταση ενός σύγχρονου αμπελιού είναι μία χρονοβόρα υπόθεση. Χρειάζεται προγραμματισμός, προγραμματισμός και προγραμματισμός. Από την στιγμή που έχει ληφθεί η απόφαση για το τι αμπέλι θα δημιουργηθεί , μέχρι την πρώτη ουσιαστική παραγωγή απαιτούνται πέντε τουλάχιστον χρόνια. Το «αμπέλι θέλω, τώρα το θέλω» δεν ισχύει. Από την στιγμή που θα παρουσιαστεί το πρώτο φυλλαράκι θα απαιτηθούν τέσσερα χρόνι.

Ένας από τους Μωσαϊκούς νόμους  αναφερόταν στην δημιουργία αμπελιού. Αυτός λοιπόν ο νόμος λέει . «Απαγορεύεται η κατανάλωση σταφυλιών από ένα αμπέλι πριν το τέταρτο έτος της ηλικίας του». Γιατί το πρώτο ζητούμενο δεν είναι η άμεση παραγωγή, αλλά η σωστή διαμόρφωση η οποία σε βάθος χρόνου θα αποφέρει πολλαπλάσια έσοδα. Πολύ σωστός, όπως πάντα, ο Μωυσής.