Η Ρηχιά όπως επανειλημμένως ελέχθη βρίσκεται σε υψόμετρο 550 μέτρων. Υπήρχε η αντίληψη ότι σε τέτοιο υψόμετρο δεν ευδοκιμούν οι ελιές. Αν και πριν από τον πόλεμο υπήρχαν μεμονωμένα δέντρα τα οποία άντεχαν στους στους σκληρούς πράγματι Ρηχιώτικους χειμώνες, εν τούτοις δεν υπήρχαν ελαιώνες στο λεκανοπέδιο. Προφανώς για να εξασφαλίσουν την αυτάρκεια τους οι κάτοικοι είχαν κάνει την πρέπουσα κατανομή της καλλιεργήσιμης γης. Σιτηρά και αμπέλια στα ορεινά και ελιές στα χειμαδιά. Οι ελιές λοιπόν καλλιεργούνταν στα Κλίσματα, τα Καρύκια , Το Τζίρο και τα Νήπια. Μετά τον πόλεμο και την εγκατάλειψη της καλλιέργειας των σιτηρών, άρχισαν να αναπτύσσονται επιτυχώς ελιές και στο λεκανοπέδιο.

Παρατηρώντας τα ελαιόδεντρα μπορεί να διαπιστωθεί κατά κάποιον τρόπο και η ιστορία της περιοχής, γιατί ένας μεγάλος αριθμός αυτών φαίνεται να είναι πολλών αιώνων. Ιδίως στα Νήπια. Δεν έχουμε ακόμη συστηματικά χαρτογραφήσει τον ελαιώνα των Νηπίων. Οι γέρικες ελιές που παρουσιάζομε είναι περιστασιακές φωτογραφίες. Πάντως από τις μέχρι τωρα Φωτογραφίες, που εμφανίζουν τα δένδρα σε συστάδες, προκύπτει ότι υπήρχαν οργανωμένοι ελαιώνες. Εντυπωσιακή η ελιά των εικόνων 15, 16, 17 18, 19. Η μελέτη αυτού του δένδρου από ειδικούς θα προσδιόριζε την ηλικία  του, ρίχνοντας λιγοστό φως στην άγνωστη ιστορία της περιοχής. 

Ελπίζω να εντοπίσουμε και να φωτογραφίσουμε περισσότερα ελαιόδεντρα. Μελετώντας τα δέντρα καθώς και τα κτίσματα του οικισμού στα Νήπια η τεχνοτροπία τους δείχνει κατασκευές της Βυζαντινής εποχής. Στα Νήπια υπήρχε και ένας λιοτριβιός. Ο οποίος λειτουργούσε μέχρι που τον πήρε και αυτόν ο Καράγιαλλης μαζί με τους άλλους τρεις που υπήρχαν στο χωριό. Παρά την αυξημένη παραγωγή λαδιού δεν έχει παραμείνει κανένα λιοτρίβι στο χωριό. Οι ελιές απλώς φορτώνονται στα αγροτικά και μεταφέρονται στα σύγχρονα εργοστάσια επεξεργασίας ελιάς.

Από τα παλιά λιοτριβιά δεν έχουν μείνει παρά μόνο ερείπια. Την λειτουργία των λιοτριβιών θα προσπαθήσουμε να την περιγράψουμε εξήντα χρόνια αργότερα, έτσι όπως είχε διατυπωθεί στην μνήμη ενός παιδιού.

Οι εργασίες γινόταν σε δυο διακριτούς χώρους. Στον πρώτο γινόταν η πολτοποίηση των ελιών. Οι ελιές τοθετούντο σε μια λεία κυκλική πέτρινη βάση ανυψωμένη ένα μέτρο περίπου. Πάνω σε αυτή τη βάση ήταν οι πέτρες. Οι πέτρες ήταν δύο άνισοι κύλινδροι οι οποίοι κινούνταν κυλιόμενοι κυκλικά πάνω στη βάση, συρόμενοι από ένα άλογο. Το βάρος των πετρών πολτοποιούσε τις ελιές. Ο πολτός μεταφερόταν στον επόμενο χώρο που ήταν το πιεστήριο. Στον ίδιο χώρο ήταν και το καζάνι που έβραζαν το νερό. Ήταν ένα τεράστιο καζάνι γεμάτο νερό που έβραζε συνεχώς. Καύσιμη ύλη ήταν το λιοκόκκι. Δηλαδή ότι απέμεινε από τον πολτό όταν το λάδι είχε αφαιρεθεί. Να σημειωθεί ότι το λιοκόκκι έχει τρομερά μεγάλη θερμαντική ικανότητα και συνεπώς ο λιτριβιός ήταν ένα πολύ ζεστό μέρος και γινόταν τόπος συγκέντρωσης των παγωμένων χειμωνιάτικων ημερών. Ο πολτός ετοποθετείτο στο πιεστήριο μέσα σε τετράγωνους δυνατούς σάκους από μαλί κατσικιών, τα τσαντίλια. Η πίεση εφαρμοζόταν μέσω της μανιβέλας την οποία τραβούσαν με τα χέρια. Τα τελευταία χρόνια μπήκε στο λιτριβιό και το βίντσι. Ενώ η πίεση εφαρμοζόταν τα τσαντίλια βρέχονταν με το καυτό νερό. Το μείγμα έπεφτε σε ένα ντεπόζιτο, το λιμπί από οπου αποχώριζαν το λάδι από το νερό.

Μια από τις αναμνήσεις του λιτριβιού είναι και η εξής. Από το σπίτι μας έδιναν μια φέτα ψωμί που την πηγαίναμε στο λιτριβιό και εκεί κάποιος από τους εργάτες, οι λιοτριβιάρηδες όπως τους έλεγαν, την καψάλιζε στο λιοκόκκι και μετά έτσι όπως ήταν ζεστή την βουτούσε στο φρέσκο ζεστό λάδι και με λίγο αλατάκι…… δημιουργούσε ανεπανάληπτες γεύσεις.