Στην Κουλοχέρα όπως και τα γύρω βουνά Γαϊδουροβούυνι και Πούλο κυριαρχεί το θυμάρι. Θυμάρι σημαίνει μέλισσες και μέλισσες σημαίνουν μέλι. Η Ρηχιά λοιπόν παρήγαγε εξαιρετικό Μέλι Εξαιρετικό Θυμαρίσιο μέλι. Γιατί την εποχή εκείνη το ρηχιώτικο μέλι ήταν γνήσιο Θυμάρι. Το μέλι από τα ανοιξιάτικα αγριολούλουδα χρησιμοποιούταν για την αναπαραγωγή ενώ το ρείκι και ο κονιζός το φθινόπωρο για την διατροφή των μελισσών τους χειμωνιάτικους μήνες. Έτσι το διαθέσιμο μέλι για τον μελισσοκόμο ήταν το μέλι των καλοκαιρινών μηνών, δλαδή το θυμαρίσιο. Οι μέλισσες, όπως και οτιδήποτε άλλο στο Ζάρακα ήταν αυτάρκεις. Δηλαδή οι μέλισσες γενιόταν ζούσαν και πέθαιναν στα όρια του ζάρακα. Να σημειώσουμε ότι οι κυψέλες πριν το 1935 ήταν κοφίνια και συνεπώς αμετακίνητες. Παρά όλα αυτά, οι μελισσοκόμοι στη Ρηχιά πριν το 1930 ήταν ελάχιστοι. Μια τοπική παροιμία λέει. «Αν κάναν όλες οι μύγες μέλι δεν θα τρώγαν μόνο οι Μοναίοι». Ο μπάρμπα Μιχάλης ο Μονός (Μπέλεσης) ήταν ο μεγαλομελισσοκόμος της εποχής.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 30, οι κυψέλες στη Ρηχιά ήταν κατασκευασμένες από κοφίνια. Όπως τα γνωστά κοινά κοφίνια είχαν σχήμα αναστραμμένου κόλουρου κώνου. Τα πλευρά ήταν στεγανοποιημένα με σβουνιά (ένα μείγμα από κοπριά αγελάδας, χωμα και νερό), σε κάποια ορισμένη αναλογία. Το σκέπασμα αποτελείτο από χόρτο ??????. Στο πάνω μέρος του κοφινιού ήταν τοποθετημένα τα κανόνια (ναι έτσι τα έλεγαν). Τα κανόνια ήταν ξύλινα πηχάκια, άνισα , ούτως ώστε όταν τοποθετούνταν στο πάνω χείλος του κοφινιού σχημάτιζαν ένα λείο πάτωμα αλλά μόνο στην πάνω όψη. Στην κάτω πλευρά των κανονιών που ήταν τριγωνικά, κρεμούσαν οι μέλισσες τις κερήθρες, που φυσικά έπαιρναν την μορφή του κοφινιού. Κατά τον τρύγο, αφαιρούσαν τόσες κερήθρες όσες έκρινε ο μελισσοκόμος. Τις έκοβαν σε τεμάχια τις τοποθετούσαν Σε δοχεία καλά σφραγισμένα για να αποφύγουν τις μέλισσες και τις σφήκες και τις μετέφεραν με μουλάρια ή γαϊδούρια στο μελισσοκομείο. Εκεί τις έστυβαν μέσα σε κόφες και άφηναν το μέλι να στραγγίσει. Τις στραγγιγμένες κερήθρες τις έβραζαν και με μια ειδική διαδικασία αφαιρούσαν το κερί. Συνεχίζοντας το βράσιμο του νερού των κερηθρών έφτιαχναν το πετιμέζι. Δυστυχώς δεν υπάρχουν φωτογραφίες αυτών διαδικασιών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 30, ο τότε γιατρός Θ. Σταυρόπουλος , ένας πολύ δραστήριος, ενεργητικός και διορατικός άνθρωπος ο οποίος συνετέλεσε τα μέγιστα στην ανάπτυξη της Ρηχιάς, εισήγαγε τις νέες κυψέλες, τις Ευρωπαϊκές όπως τις ονόμασαν. Ήταν κουτιά ΑχΒχΓ διαστάσεων με σκέπασμα με τριγωνική οροφή καλυμμένη με λαμαρίνα. Κάτι σαν σπιτάκι σκύλου. Τα δε κανόνια ήταν ομοιόμορφα πλαίσια. Ο καλός γιατρός εφοδιάστηκε με όσα βιβλία μελισσοκομίας κυκλοφορούσαν την εποχή. Εφοδίασε και τον φίλο του Κοτσιμπίκο (Κ. Κόκκορη) με τα ίδια βιβλία και μαζί δημιούργησαν την νέα Μελισσοκομία στη Ρηχιά. Προμηθεύτηκαν όλα τα αναγκαία σύνεργα (φυγόκεντρους μηχανές, ειδικά μαχαίρια φίλτρα κλπ) και ο γιατρός έδειξε στους μαραγκούς πως να κατασκευάζουν τις κυψέλες και τα κανόνια. Εν τω μεταξύ αγόραζαν κυψέλες-κοφίνια και μετέφεραν τις μέλισσες στην καινούρια τους κατοικία. Έτσι σε 3-4 χρόνια είχαν δημιουργηθεί οι δύο πρώτες σύγχρονες μελισσομάντρες. Τα πλεονεκτήματα των νέων κυψελών είναι πολλά. Η παρακολούθηση της καταστάσεως της κυψέλης από τον μελισσοκόμο και η δυνατότητα να προβαίνει σε διορθωτικές ενέργειες. Οι νέες κυψέλες διευκόλυναν πολύ τον τρύγο. Αλλά το μεγάλο πλεονέκτημα είναι η εύκολη μεταφορά τους. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω στο λεκανοπέδιο της Ρηχιάς, λόγω του υψομέτρου και των κακών καιρικών συνθηκών, οι μέλισσες δεν μπορούν να εξέλθουν από τις κυψέλες και εκτός αυτού δεν υπάρχουν λουλούδια. Η μεταφορά κυψελών εφαρμόστηκε πρώτη φορά από τον Κοτσιμπίκο. Η μεταφορά ήταν ολόκληρη διαδικασία. Όταν έπεφτε η ημέρα και οι μέλισσες είχαν μαζευτεί στις κυψέλες ο μελισσοκόμος τύλιγε σε σεντόνια ερμητικώς τις κυψέλες προς μεταφορά. Όταν νύχτωνε φόρτωναν τις κυψέλες στους ώμους και τις μετέφεραν στα Κλίσματα, στα χειμαδιά. Είναι προφανές ότι οι μεταφορές γινόταν νύχτες με Πανσέληνο για λόγους φωτισμού. Για αυτή την εργασία προτιμούνταν γυναίκες επειδή το περπάτημα τους πιο στρωτό, πιο προσεκτικό.. Όταν έφθαναν στον προορισμό τους ο μελισσοκόμος αφαιρούσε τα σεντόνια και οι μέλισσες ξυπνούσαν στη νέα τους συνοικία Δεν νομίζω ότι ο Γιατρός μετακόμιζε τις κυψέλες του.

Ο εμφύλιος ανάγκασε τον γιατρό να μετακομίσει στο Ωροπό Αττικής. Στο αναμεταξύ οι άλλοι μελισσοκόμοι είχαν διαπιστώσει τα πλεονεκτήματα των νέων κυψελών και είχαν αρχίσει να μετατρέπουν τις δικές τους μελισσομάντρες. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα το μόνο κοφίνι-κυψέλη που μπορέσαμε να εντοπίσουμε και να φωτογραφίσουμε, να βρίσκεται στο Λαογραφικό Μουσείο Ρηχιάς. Η επιστήμη δεν μπορούσε να μην επηρεάσει και την μελισσοκομία. Τα παλιά χειροκίνητα μηχανήματα αντικαταστάθηκαν από ηλεκτροκίνητα και οι δρόμοι παροτρύνουν τους μελισσοκόμους να κυνηγούν τα λουλούδια. Έτσι το Ρηχιώτικο μέλι είναι το μέλι που παράγουν Ρηχιώτες Μελισσοκόμοι που είναι πολλοί και πολύ καλά καταρτισμένοι.