Όταν τελείωνε το ζύμωμα σκέπαζαν τα καρβέλια με μάλλινα σκεπάσματα και τα άφηναν να φουσκώσουν. Εν τω μεταξύ έκαιγαν το φούρνο. Δηλαδή έριχναν κλαδιά μέσα στον αναμμένο φούρνο. Με ένα βρεγμένο πανί δεμένο στην άκρη ενός ξύλου, την πανιάρα, καθάριζαν το δάπεδο του φούρνου από κάρβουνα και στάχτες και τα έφερναν στην είσοδο σχηματίζοντας ένα πρόχωμα. Από την πείρα τους κανόνιζαν το κάψιμο του φούρνου να συμπέσει με το φούσκωμα των καρβελιών. Τοποθετούσαν τα καρβέλια στο βάθος και μπροστά- μπροστά τοποθετούσαν ένα μικρό καρβελάκι ποτισμένο με λάδι και λίγο αλάτι. Αυτή ήταν η Προπύρα, που λόγο του μεγέθους και σχήματος ψηνόταν γρηγορότερα. Με την ευκαιρία του έτοιμου φούρνου έψηναν διάφορα άλλα, όπως πατάτες, πίτες, γεμιστά.