Η Ρηχιά ήταν και είναι ένα φτωχό ορεινό χωριό. Οι Ρηχιώτες, μικροκτηνοτρόφοι και μικρογεωργοι, μετά βίας μπορούσαν να ταΐσουν τις οικογένειες τους. Δεν υπήρχαν περιθώρια για πολυτέλειες. Μόνο τα απολύτως αναγκαία. Ένα κασόνι, μια κασέλα ένα δυό ντουλάπια εντοιχισμένα, ένα χαμηλό τραπέζι (σοφράς) και μερικά σκαμνιά συμπλήρωναν την επίπλωση. Τα σκεύη της κουζίνας ήταν ένα τσουκάλι, ένας τέντζερης, ένα ταψί, Όλα αυτά ήταν απλά και όχι απόλυτα λειτουργικά. Στο λαογραφικό Μουσείο Ρηχέας υπάρχει μια τέτοια οικοσκευή. Είναι προφανές λοιπόν ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις τεχνιτών. Για την ανάπτυξη των τεχνών απαιτείται οικονομική άνεση και αυτή δεν υπήρχε. Εάν υπήρξε κάποια τέχνη που διακρίθηκε, ήταν η υφαντουργική και το κέντημα. Στην αρχή η υφαντουργική ασχολείτο με την επεξεργασία του μαλλιού των γιδοπροβάτων. Οι γυναίκες δηλαδή. Και αυτή διακρείθηκε αρκετά αργότερα, όταν είχαν αρχίσει να εισέρχονται στη ζωή τους τα νήματα και οι κλωστές. Το κέντημα και τα υφαντά ήταν μια ένδειξη του καλλιτεχνικού ενστίκτου των Ρηχεωτισσών. Τα δημιουργήματα ήταν περιορισμένα, για οικογενειακή χρήση. Δεν υπήρξε εμπορική εκμετάλλευση.

Οι βασικοί τεχνίτες σε μια μικρή κοινωνία με πολύ περιορισμένους οικονομικούς πόρους είναι οι χτίστες οι μαραγκοί και οι σιδεράδες και οι σαμαρτζήδες. Οι τσαγκάρηδες δεν ήταν και τόσο απαραίτητοι γιατί οι άνθρωποι φορούσαν κυρίως τσαρούχια τα οποία κατασκεύαζαν μόνοι τους. Όσο για ράπτες; Αφήσετε το καλύτερα.

Τα κτίσματα (θα αναφερθούμε πιο αναλυτικά σε σχετικό κεφάλαιο) , Υπάγονται σε τρεις εποχές την προ του 21 εποχή, από το21 μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (ΠΠΠ), εποχή, την από ΠΠΠ μέχρι την δεκαετία του 60 και την σύγχρονη εποχή. Δεν υπήρχε καμία παράδοση για τους χτίστες μετά το 21.

Στις αρχές του αιώνα και κυρίως μετά τον μεσοπόλεμο άρχισαν να κατεβαίνουν στο Ζάρακα τα σινάφια των Λαγκαδινών χτιστών. Για αυτό όλα τα σπίτια αυτής της εποχής είναι λαγκαδινής Αρχιτεκτονικής και Τεχνοτροπίας. Κοντά σε αυτούς τους τεχνίτες μαθήτευσαν και Ρηχιώτες, οι οποίοι στην συνέχεια ανέλαβαν τη συνέχιση του έργου τους. Ποτέ δεν έφθασαν στο ύψος των δασκάλων τους. Για αυτό όλα τα μεγάλα σπίτια της εποχής χτίσθηκαν από εισαγόμενους τεχνίτες.

Οι μαραγκοί ήταν και αυτοί στην ίδια κατηγορία. Κατά την δεκαετία του 30 παρουσιάστηκαν δυο αξιόλογοι μαραγκοί επιπλοποιοί .που τα έργα τους ήταν πράγματι αξιόλογα. Δυστυχώς και οι δύο έφυγαν νωρίς. Ο ένας ο Παύλος Δρίβας έφυγε και ο άλλος, ο Γιάννης Σταυρόπουλος έφυγε διανοητικώς. Έργα τους όμως σώζονται. Εξαίρεση οι Σιδεράδες. Προφανώς επειδή υπήρχε άμεση ανάγκη για την κατασκευή και επισκευή γεωργικών και κτηνοτροφικών εργαλείων. Σιδεράδες, γύφτοι όπως τους έλεγαν, υπήρχαν αρκετοί. Θα αναφερθώ μόνο στον Χρήστο Δ. Μπέλεση ο οποίος έχει αφήσει αξιόλογο έργο. Τα κάγκελα του σχολείου της Ρηχιάς είναι ένα από τα έργα του μπάρμπα Χρήστου. Ένας άλλος σιδεράς τεχνίτης ήταν ο Δημήτριος Χ. Κιμιτζής ο γνωστός Κόκκινος. Ένα από τα έργα είναι ένα βιολί (ο Κόκκινος ήταν βιολιτζής στην τοπική λαϊκή ορχήστρα) το οποίο είχε κατασκευάσει μόνος του από σφεντάμι. Εάν δε ληφθούν υπ όψιν οι συνθήκες και υποδομές κάτω από τις οποίες εργαζόταν, δεν υπήρχε π.χ. ηλεκτρισμός, τότε θα εκτιμηθεί το ταλέντο και η μαστοριά του ακόμα περισσότερο. Το εργαστήρι του μπάρμπα Χρήστου έχει μεταφερθεί και εγκατασταθεί στο Λαογραφικό Μουσείο Ρηχιάς .

Η Ρηχιά όπως κάθε απομονωμένο Χωριό/Κοινωνία πρέπει να είναι αυτάρκες. Πρέπει να υπάρχουν άτομα να εξυπηρετούν την κοινότητα. Παντού και πάντοτε υπήρξε κάποιο άτομο που λίγο πολύ εξυπηρετούσε το κοινό. Ένας πολυτεχνίτης για όλες τις δουλειές. Κάποιος που να φτιάχνει αλλά κυρίως να επισκευάζει μικροσυσκευές. Ένας μπάρμπα φτιάχτος. Χρέη μπάρμπα φτιάχτου έκανε για αρκετές δεκαετίες ο μπάρμπα Γιώργης ο Κούτσουρος (Γεώργιος Δ. Κόκκορης). Επάγγελμα ; Φαρνατζής, Γανωτής και ότι άλλο απαιτούσαν οι ανάγκες της περιοχής εκείνη την εποχή. Στο πολυεργαστήρι του, που δυστυχώς δεν διασώθηκε, τα πιο απίθανα αντικείμενα και εργαλεία πολλά δικής του επινοήσεως και κατασκευής. Ο μπάρμπα Γιώργης ήταν ένας ήρεμος χαμογελαστός άνθρωπος με ιώβεια υπομονή και γαϊδουρινή επιμονή. Όταν είχε να φτιάσει κάτι το έπαιρνε από εδώ το κοιτούσε από εκεί. Προσπαθώντας να καταλάβει πως λειτουργούσε. Μετά άρχιζε να το επισκευάζει, και τις περισσότερες φορές τα κατάφερνε. Δεν επισκεύαζε μόνο δημιουργούσε κιόλας. Χαρακτηριστικά είναι τα οικιακά σκεύη, κατσαρόλια, μπρίκια, τέστες, που είχε κατασκευάσει κατά την κατοχή. Τα κατασκεύαζε από φύλλα χαλκού τα οποία γάνωνε εσωτερικά, με τα οποία προμήθευε αποκλειστικά όλα τα σπίτια του χωριού Υπάρχουν ακόμα σε μερικά νοικοκυριά, σπανία όμως χρησιμοποιούνται. Εκτοπιστήκαν, βλέπετε, από το τεφλόν και τα πλαστικά.

Αλλά η σπουδαιότερη δημιουργία του, ήταν μια μακαρονομηχανή. Την είχε κατασκευάσει την περίοδο της κατοχής, από εξαρτήματα ενός πεσμένου Γερμανικού αεροσκάφους.. Αποτελείτο από σωλήνα 35-40 εκατοστών και διάμετρο 12-15 εκ. έναν ατέρμονα κοχλία του ιδίου περίπου μήκους, δύο δίσκους της διαμέτρου του σωλήνα, ο ένας δίσκος διέθετε πολλές κωνικές τρύπες της διαμέτρου των μακαρονιών και ο άλλος στηριζόταν στην άκρη του κοχλία. Περιστρέφοντας τον κοχλία ο δεύτερος δίσκος κινείτο κατά μήκος του σωλήνα μέχρι που σταματούσε στον πρώτο δίσκο. μία βάση με την οποία και τις απαιτούμενες βίδες παξιμάδια κλπ για την συναρμολόγηση της συσκευής και την στήριξη της σε ένα τραπέζι. Γεμίζοντας τον κύλινδρο με ζύμη, σαν αυτή που φτιάχνουν τις γκόγκες η τις χυλοπίτες ανάλογα, και περιστρέφοντας τον κοχλία, η ζύμη αναγκαζόταν να περνάει από τις τρύπες του δεύτερου δίσκου σε μορφή μακαρονιού με πάχος την διάμετρο της τρύπας. Αυτά τα μακαρόνια τα μαγείρευαν νωπά ή τα έλιαζαν όπως τις χυλοπίτες. Αυτό το κινητό εργοστάσιο μακαρονοποιίας, το λειτούργησε για μερικά, μεταφέροντας το από σπίτι σε σπίτι εκτελώντας τις παραγγελίες. Εν τω μεταξύ προσπαθούσε να το αναβαθμίσει βάζοντας τρύπες στα μακαρόνια. Ήταν μια έμμονη ιδέα που το βασάνιζε, μέχρι που ήρθαν καλύτεροι καιροί και ο Ακάκιος και τα Μίσκο του, ανάγκασαν τον μπάρμπα Γιώργη να βάνει λουκέτο στο εργοστάσιο του. Δεν πρόφτασε να βάνει τρύπες στα μακαρόνια του. Παρά τις επίμονες προσπάθειες των απογόνων του η μηχανή αυτή δεν βρέθηκε ποτέ. Πιθανόν να την είχε διαλύσει και να χρησιμοποίησε τα εξαρτήματα της σε άλλες δημιουργίες.

Ο μπάρμπα Γιώργης έκανε όλες τις δουλειές; Χμ! όχι ακριβώς. Ας δούμε μια συνομιλία που έλαβα και Εγώ μερος. Ήταν το καλοκαίρι του 1964.

Μπήκος. Θοδωρή ο Θείος σου κάνει όλες τις δουλειές εκτός από μία. Δεν πεταλώνει μουλάρια.

Θοδωρής. Αλήθεια μπάρμπα Γιώργη; Έτσι είναι;

Μπάρμπα Γιώργης. Αφού πήρε το στοχαστικό του ύφος και σοβαρότητα που ήταν η συνισταμένη των Επτά Σοφών της αρχαιότητος απεφάνθη. « Τα Μουλάρια Κλωτσάνε».

Ένα άλλο περιστατικό από τα έργα και ημέρες του μπάρμπα Γιώργη είναι και το εξής. Ήμουν στο εξωτερικό όταν σε ένα από τα γράμματα του, ο πατέρας μου έγραφε, όπως έκανε πάντα, για τον μπατζανάκη του. Ο θείος σου απέκτησε και έναν ακόμα τίτλο. Τον λένε «Ρολογά». Και μου εξήγησε το πώς και το γιατί. Είναι όμως προτιμότερο να ακούσουμε την ιστορία από τον ίδιο, όπως μου την διηγήθηκε αργότερα.

«Μπάρμπα Γιώργη γιατί τώρα σε λένε Ρολογά;»

Ο μπάρμπα Γιώργης Βολεύτηκε στην καρέκλα όσο πιο άνετα μπορούσε, έστρωσε με το πίσω μέρος της παλάμης του το μουστάκι του, παιχνίδισαν τα χαμογελαστά μάτια και πήρε εκείνο το ύφος που έπαιρνε όταν ανακοίνωνε σπουδαία γεγονότα.

«Θα σου τα πω όλα από την αρχή.»

«Περίμενε. Δεν πιστεύω να μου αραδιάσεις κανένα από εκείνα τα παραμύθια που συνηθίζεις να σκαρώνεις;»

«Όχι, όχι. Που λες Τσιωρή , Τούτος ο Φυρίδας είχε ένα ξυπνητήρι, ξέρεις από κείνα τα μεγάλα. Μια χαρά ρολόι ήτανε. και την ώρα έλεγε σωστά και χτύπαγε την ώρα που το έβανες. Μόνο το τζάμι κουνιότανε και έπεφτε. Μου το φέρνει που λες ο Φυρίδας να του κολλήσω το τζάμι. Ρε δεν κολλάει του λέω. Βάλτου λίγο καλάι μου λέει. Ρε δεν πιάνει το καλάι στο γυαλί. Φτιάχτο λέει και μου το αφήνει και φεύγει. Το παίρνω, το κοιτάω από δω το κοιτάω από κει, λέω εάν του βάνω από ένα δόντι σταυρωτά θα κρατήσει τζάμι. Θα κουνιέται αλλά δεν θα πέφτει. Ετοιμάζω τα εργαλεία και το καλάι, παίρνω και το λισιαντήρι και το βάνω στα τέσσερα σημεία σταυρωτά. Έλα όμως που μου ξέφυγε και έβανα πολύ. Έτρεξε που λες, μπήκε μέσα και του γαμησε τα ράμματα. Ελατήρια, βίδες, γρανάζια δεν άφησε τίποτα. Πάει το ξυπνητήρι.»

« Καλά πόσο έβανες ρε μπάρμπα;»

«Μου ξέφυγε σου λέω. Άστα»

«Και για αυτό σου κολλήσανε το Ρολογάς;»

«Θέλει κι άλλο;»

Να σημειωθεί ότι το λισιαντήρι του μπάρμπα Γιώργη ήταν το νισαντήρι, μορφή υδροχλωρικού οξέως. Ένα πολύ ισχυρό και επικίνδυνο οξύ.

 

Ο ΤΣΑΦΑΡΙ

«Όταν η καλοκαιρινή ημέρα έφθανε στο τέλος της, οι χωρικοί είχαν μαζευτεί από τις δουλειές της ημέρας, είχαν ταχτοποιήσει τα ζωντανά τους, είχαν φάει το βραδινό τους και είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν, είτε στο λιακό τους είτε στο καφενείο, καθώς η απόγειος αύρα κατηφορίζοντας  από την Κουλοχέρα και τον Πούλο γέμιζε  δροσιά και μυρωδιές θυμαριού, ρίγανης και θρούμπης το χωριό, και η γαλήνη η χαρακτηριστική του βουνού και που ενίοτε διεκόπτετο από ένα γρύλο η  το κουδούνισμα του τροκανιού κάποιου ανήσυχου ερωτύλου τράγου από τα κοπάδια που ψαήλωναν στις γύρω ράχες, είχε καλύψει την ατμόσφαιρα, τότε ξαφνικά ένας απαλός γλυκός μακρόσυρτος ήχος απλωνόταν πάνω από το χωριό. Ήταν ο μπάρμπα Μήτσιος   ο Ρούκης  που καθισμένος στην αυλή του, εκεί ψηλά στο ζυγό των Κοκκοραίων,  ψυχαγωγούσε  τους συγχωριανούς του και τον εαυτόν του παίζοντας το τσαφάρι του»

Το τσαφάρι είναι ένας αυτοσχέδιος πρωτόγονος αυλός, κατασκευασμένος από καλάμι από τον ίδιο τον χειριστή του σύμφωνα με τα χέρια του και γενικά,  τις ανάγκες του.

Ο Θόδωρος Δ. Κόκκορης ήταν γιός του μπάρμπα Μήτσου του Ρούκη. Ήταν πιθανότατα ο τελευταίος που έπαιζε το τσαφάρι. Τουλάχιστον ο τελευταίος που ψυχαγωγούσε το χωριό όπως

παλαιότερα ο Πατέρας του.

Μερικές φωτογραφίες του Θόδωρου από το αρχείο μας